Μπορεί τα οικονομικά προβλήματα να αποτελούν συχνή αιτία χωρισμού ενός ζευγαριού, όμως η παρούσα χρηματοπιστωτική κρίση φαίνεται ότι έχει το αντίθετο αποτέλεσμα αφού όλο και λιγότερα ζευγάρια μπορούν να αναλάβουν τώρα τα έξοδα ενός διαζυγίου.
Η Αμερικανική Ακαδημία Δικηγόρων Οικογενειακού Δικαίου (AAML) ανακοίνωσε ότι περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες στην πιο πρόσφατη έρευνά της (από τα 1.600 μέλη της) ανέφεραν μείωση των αγωγών διαζυγίου στη διάρκεια της παρούσας κρίσης, η οποία έχει οδηγήσει σε απολύσεις και μειώσεις μισθών.
Συνολικά, το 57% των δικηγόρων ανέφεραν λιγότερες αγωγές διαζυγίων από την τελευταία τριμηνία του 2008.
Μόνο ένα 14% κατέγραψε αύξηση στις αγωγές στη διάρκεια αυτής της δύσκολης περιόδου.
"Αναγκασμένοι να αναλογιστούν τους κατεστραμμένους γάμους τους σε σχέση με τις οικονομικές δυσκολίες και το δυσοίωνο μέλλον, πολλοί/πολλές σύζυγοι δείχνουν πιο πρόθυμοι να περιμένουν να περάσει η οικονομική κρίση", αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο Γκάρι Νίκελσον, πρόεδρος της AAML.
Oct 29, 2009
Η κακή οδήγηση οφείλεται (και) στα γονίδια.
Μερικοί άνθρωποι γεννιούνται κακοί οδηγοί, επειδή διαθέτουν μια παραλλαγή ενός γονιδίου, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα, που για πρώτη φορά διαπιστώνει ότι υπάρχουν και γενετικοί παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν την οδήγηση.
Η μελέτη ανακάλυψε ότι όσοι διαθέτουν το συγκεκριμένο γονίδιο, αποδίδουν, κατά μέσο όρο, τουλάχιστον 20% χειρότερα στα τεστ οδήγησης σε σχέση με όσους δεν το έχουν. Το ανησυχητικό είναι ότι εκτιμάται πως, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, περίπου ένας στους τρεις ανθρώπους (30%) έχει αυτήν την παραλλαγή του γονιδίου.
Η έρευνα έγινε από ερευνητές υπό τον καθηγητή νευρολογίας Στίβεν Κράμερ του πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας-Ιρβάιν και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cerebral Cortex (Εγκεφαλικός Φλοιός), σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερ. Η μελέτη χρησιμοποίησε ηλεκτρονικό προσομοιωτή οδήγησης, στον οποίο οι εθελοντές κλήθηκαν να οδηγήσουν ένα εικονικό όχημα σε ένα δρόμο με δύσκολες στροφές. Όσοι είχαν το γονίδιο, δυσκολεύονταν αρκετά περισσότερο να μείνουν στο δρόμο και να μην ξεφύγουν από αυτόν.
"Όσοι έχουν το γονίδιο, κάνουν περισσότερα λάθη ήδη από το ξεκίνημα της οδήγησης και ξεχνούν τα περισσότερα από αυτά που έμαθαν, με το πέρασμα του χρόνου", δήλωσε ο Κράμερ, τα πειράματα του οποίου περιλάμβαναν 29 άτομα, επτά άτομα με το γονίδιο και 22 χωρίς αυτό. Το γονίδιο ελέγχει μια πρωτεϊνη (BDNF), η οποία επηρεάζει την μνήμη.
Αν και δεν υπάρχει κάποιο τεστ για να ξέρει κάποιος άμεσα αν έχει το γονίδιο στο DNA του, ίσως υπάρχει τελικά ένα πείραμα που γίνεται συνεχώς γύρω μας. "Είμαι περίεργος να ελέγξω τη γενετική δομή των ανθρώπων που εμπλέκονται σε αυτοκινητιστικά ατυχήματα. Αναρωτιέμαι αν το ποσοστό ατυχημάτων είναι υψηλότερο στους οδηγούς με το συγκεκριμένο γονίδιο", πρόσθεσε ο υπεύθυνος της έρευνας.
Λόγω πάντως του μικρού αριθμού των συμμετεχόντων στην έρευνα, τα αποτελέσματά της θα πρέπει να επιβεβαιωθούν από μεταγενέστερες ευρύτερες μελέτες.
Η μελέτη ανακάλυψε ότι όσοι διαθέτουν το συγκεκριμένο γονίδιο, αποδίδουν, κατά μέσο όρο, τουλάχιστον 20% χειρότερα στα τεστ οδήγησης σε σχέση με όσους δεν το έχουν. Το ανησυχητικό είναι ότι εκτιμάται πως, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, περίπου ένας στους τρεις ανθρώπους (30%) έχει αυτήν την παραλλαγή του γονιδίου.
Η έρευνα έγινε από ερευνητές υπό τον καθηγητή νευρολογίας Στίβεν Κράμερ του πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας-Ιρβάιν και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cerebral Cortex (Εγκεφαλικός Φλοιός), σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερ. Η μελέτη χρησιμοποίησε ηλεκτρονικό προσομοιωτή οδήγησης, στον οποίο οι εθελοντές κλήθηκαν να οδηγήσουν ένα εικονικό όχημα σε ένα δρόμο με δύσκολες στροφές. Όσοι είχαν το γονίδιο, δυσκολεύονταν αρκετά περισσότερο να μείνουν στο δρόμο και να μην ξεφύγουν από αυτόν.
"Όσοι έχουν το γονίδιο, κάνουν περισσότερα λάθη ήδη από το ξεκίνημα της οδήγησης και ξεχνούν τα περισσότερα από αυτά που έμαθαν, με το πέρασμα του χρόνου", δήλωσε ο Κράμερ, τα πειράματα του οποίου περιλάμβαναν 29 άτομα, επτά άτομα με το γονίδιο και 22 χωρίς αυτό. Το γονίδιο ελέγχει μια πρωτεϊνη (BDNF), η οποία επηρεάζει την μνήμη.
Αν και δεν υπάρχει κάποιο τεστ για να ξέρει κάποιος άμεσα αν έχει το γονίδιο στο DNA του, ίσως υπάρχει τελικά ένα πείραμα που γίνεται συνεχώς γύρω μας. "Είμαι περίεργος να ελέγξω τη γενετική δομή των ανθρώπων που εμπλέκονται σε αυτοκινητιστικά ατυχήματα. Αναρωτιέμαι αν το ποσοστό ατυχημάτων είναι υψηλότερο στους οδηγούς με το συγκεκριμένο γονίδιο", πρόσθεσε ο υπεύθυνος της έρευνας.
Λόγω πάντως του μικρού αριθμού των συμμετεχόντων στην έρευνα, τα αποτελέσματά της θα πρέπει να επιβεβαιωθούν από μεταγενέστερες ευρύτερες μελέτες.
Δημιουργήθηκαν κύτταρα που παράγουν ωάρια
Η μάχη κατά της στειρότητας έκανε ένα ουσιαστικό βήμα, καθώς αμερικανοί επιστήμονες ανακοίνωσαν ότι για πρώτη φορά βρήκαν τρόπο να μετατρέπουν τα ανθρώπινα εμβρυϊκά βλαστοκύτταρα στα κύτταρα εκείνα που δημιουργούν τα ωάρια και τα σπερματοζωάρια.
Η ανακάλυψη, που επιτρέπει στους ερευνητές να μελετήσουν τα ανθρώπινα αναπαραγωγικά κύτταρα από την πρώτη κιόλας στιγμή που δημιουργούνται στα έμβρυα μέχρι να γίνουν ώριμα ωάρια και σπερματοζωάρια, μπορεί να οδηγήσει σε νέες θεραπείες γονιμότητας, καθώς και σε καλύτερη κατανόηση των κληρονομικών ασθενειών, πράγμα που ίσως οδηγήσει μελλοντικά στη διόρθωση των αναπτυξιακών προβλημάτων πριν τη γέννηση του παιδιού.
Η έρευνα έγινε από ομάδα επιστημόνων υπό την δρα Ρένι Ρέιχο Πέρα του Ινστιτούτου Βιολογίας Βλαστοκυττάρων και Αναγεννητικής Ιατρικής του πανεπιστημίου του Στάνφορντ και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Nature", σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερ και τον "Γκάρντιαν".
Οι επιστήμονες μπορούν πλέον τώρα να μελετήσουν ενδελεχώς πώς δημιουργούνται τα γεννητικά κύτταρα (γαμέτες), από όπου προέρχονται τα ωάρια και τα σπερματοζωάρια, και ποια γονίδια δραστηριοποιούνται στην όλη διαδικασία.
Μέχρι τώρα ήταν ουσιαστικά πρακτικά αδύνατη η μελέτη των γεννητικών κυττάρων, επειδή τα κύτταρα αυτά σχηματίζονται πριν ένα έμβρυο γίνει δύο εβδομάδων.
Το συγκεκριμένο πρώιμο στάδιο του αναπαραγωγικού κύκλου στους ανθρώπους δεν μπορεί επίσης να μελετηθεί στα ζώα, επειδή τα εμπλεκόμενα γονίδια είναι μοναδικά στους ανθρώπους.
Η νέα ανακάλυψη ανοίγει ένα "παράθυρο" σε ένα μέχρι τώρα κρυφό στάδιο της ανθρώπινης ανάπτυξης.
Θα βοηθήσει έτσι στη μελέτη των αρχικών σταδίων της ανθρώπινης ανάπτυξης και θα ρίξει νέο φως στην εμφάνιση της στειρότητας και των κληρονομικών ασθενειών.
Η παραγωγή πολύ λίγων ή κακής ποιότητας γεννητικών κυττάρων αποτελεί σημαντική αιτία της υπογονιμότητας στους ανθρώπους.
Οι ερευνητές ευελπιστούν ότι η νέα ανακάλυψη θα τους επιτρέψει να οδηγήσουν σε ωρίμανση και στην ανάπτυξη τα ανώριμα γεννητικά κύτταρα που διαθέτει ένας άνθρωπος.
Η νέα τεχνική επιτρέπει τα ανθρώπινα βλαστοκύτταρα να χρωματίζονται πράσινα, όταν αρχίζουν να μετατρέπονται σε ωάρια και σπερματοζωάρια.
Αφού με τον τρόπο αυτό απομονώνονται τα γεννητικά κύτταρα, στη συνέχεια μπορούν να μελετηθούν ποια γονίδια λειτουργούν και με ποιο τρόπο στα γεννητικά κύτταρα.
Η ομάδα της δρος Πέρα προτίθεται να δοκιμάσει τη νέα τεχνική και σε πολυδύναμα βλαστοκύτταρα, δηλαδή σε κύτταρα ενηλίκων που αναπρογραμματίζονται για να συμπεριφέρονται σαν εμβρυϊκά βλαστοκύτταρα.
Ο στόχος είναι να πάρουν κύτταρα από ανθρώπους με προβλήματα γονιμότητας, να παράγουν γεννητικά κύτταρα στο εργαστήριο και να τα μελετήσουν για να δουν τι προκάλεσε την υπογονιμότητα.
Link: Για την πρωτότυπη επιστημονική εργασία στη διεύθυνση: http://www.nature.com/nature/journal/vaop/ncurrent/full/nature08562.html
Η ανακάλυψη, που επιτρέπει στους ερευνητές να μελετήσουν τα ανθρώπινα αναπαραγωγικά κύτταρα από την πρώτη κιόλας στιγμή που δημιουργούνται στα έμβρυα μέχρι να γίνουν ώριμα ωάρια και σπερματοζωάρια, μπορεί να οδηγήσει σε νέες θεραπείες γονιμότητας, καθώς και σε καλύτερη κατανόηση των κληρονομικών ασθενειών, πράγμα που ίσως οδηγήσει μελλοντικά στη διόρθωση των αναπτυξιακών προβλημάτων πριν τη γέννηση του παιδιού.
Η έρευνα έγινε από ομάδα επιστημόνων υπό την δρα Ρένι Ρέιχο Πέρα του Ινστιτούτου Βιολογίας Βλαστοκυττάρων και Αναγεννητικής Ιατρικής του πανεπιστημίου του Στάνφορντ και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Nature", σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερ και τον "Γκάρντιαν".
Οι επιστήμονες μπορούν πλέον τώρα να μελετήσουν ενδελεχώς πώς δημιουργούνται τα γεννητικά κύτταρα (γαμέτες), από όπου προέρχονται τα ωάρια και τα σπερματοζωάρια, και ποια γονίδια δραστηριοποιούνται στην όλη διαδικασία.
Μέχρι τώρα ήταν ουσιαστικά πρακτικά αδύνατη η μελέτη των γεννητικών κυττάρων, επειδή τα κύτταρα αυτά σχηματίζονται πριν ένα έμβρυο γίνει δύο εβδομάδων.
Το συγκεκριμένο πρώιμο στάδιο του αναπαραγωγικού κύκλου στους ανθρώπους δεν μπορεί επίσης να μελετηθεί στα ζώα, επειδή τα εμπλεκόμενα γονίδια είναι μοναδικά στους ανθρώπους.
Η νέα ανακάλυψη ανοίγει ένα "παράθυρο" σε ένα μέχρι τώρα κρυφό στάδιο της ανθρώπινης ανάπτυξης.
Θα βοηθήσει έτσι στη μελέτη των αρχικών σταδίων της ανθρώπινης ανάπτυξης και θα ρίξει νέο φως στην εμφάνιση της στειρότητας και των κληρονομικών ασθενειών.
Η παραγωγή πολύ λίγων ή κακής ποιότητας γεννητικών κυττάρων αποτελεί σημαντική αιτία της υπογονιμότητας στους ανθρώπους.
Οι ερευνητές ευελπιστούν ότι η νέα ανακάλυψη θα τους επιτρέψει να οδηγήσουν σε ωρίμανση και στην ανάπτυξη τα ανώριμα γεννητικά κύτταρα που διαθέτει ένας άνθρωπος.
Η νέα τεχνική επιτρέπει τα ανθρώπινα βλαστοκύτταρα να χρωματίζονται πράσινα, όταν αρχίζουν να μετατρέπονται σε ωάρια και σπερματοζωάρια.
Αφού με τον τρόπο αυτό απομονώνονται τα γεννητικά κύτταρα, στη συνέχεια μπορούν να μελετηθούν ποια γονίδια λειτουργούν και με ποιο τρόπο στα γεννητικά κύτταρα.
Η ομάδα της δρος Πέρα προτίθεται να δοκιμάσει τη νέα τεχνική και σε πολυδύναμα βλαστοκύτταρα, δηλαδή σε κύτταρα ενηλίκων που αναπρογραμματίζονται για να συμπεριφέρονται σαν εμβρυϊκά βλαστοκύτταρα.
Ο στόχος είναι να πάρουν κύτταρα από ανθρώπους με προβλήματα γονιμότητας, να παράγουν γεννητικά κύτταρα στο εργαστήριο και να τα μελετήσουν για να δουν τι προκάλεσε την υπογονιμότητα.
Link: Για την πρωτότυπη επιστημονική εργασία στη διεύθυνση: http://www.nature.com/nature/journal/vaop/ncurrent/full/nature08562.html
Oct 25, 2009
Διαστάσεις επιδημίας παίρνει η παχυσαρκία
Διαστάσεις εξελισσόμενης επιδημίας παίρνει η παχυσαρκία στη χώρα μας, ενώ τα φάρμακα που κυκλοφορούν για την αντιμετώπισή της δεν θα προσφέρουν τη «μαγική λύση» στο πρόβλημα εάν δεν συνοδεύονται από την κατάλληλη υγιεινή διατροφή και άσκηση. Τα υψηλά ποσοστό παχυσαρκίας ενοχοποιούνται για την εμφάνιση από την παιδική ηλικία χρόνιων και σοβαρών νοσημάτων όπως: η αρτηριακή υπέρταση, η καρδιακή δυσλειτουργία, ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, η αύξηση της χοληστερίνης, των τριγλυκεριδίων και του ουρικού οξέως, η χολολιθίαση, η αναπνευστική ανεπάρκεια και η άπνοια του ύπνου σε σοβαρές περιπτώσεις παχυσαρκίας.
Νεότερα δεδομένα από κλινικές μελέτες ενοχοποιούν την παχυσαρκία για διαταραχές της εμμήνου ρύσεως, ακμή και τριχοφυΐα στις έφηβες γυναίκες, υπογονιμότητα και σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Αυτά επισημάνθηκαν στη διάρκεια συνέντευξης τύπου της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρείας με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παχυσαρκίας (24η Οκτωβρίου)
Τα Ελληνόπουλα είναι από τα πιο παχύσαρκα παιδιά στην Ευρώπη, διατρέχοντας μεγάλο κίνδυνο να εμφανίσουν σημαντικές επιπλοκές στην υγεία τους. Το 26% των αγοριών και το 19% των κοριτσιών ηλικίας μεταξύ 6-17 ετών αναφέρονται ως υπέρβαρα. Εντυπωσιακά είναι τα δεδομένα για τον παιδικό πληθυσμό της Κρήτης, την κοιτίδα της μεσογειακής διατροφής, όπου το 39% των παιδιών ηλικίας 12 ετών αναφέρονται ως υπέρβαρα.
Με ραγδαίους ρυθμούς αυξάνεται και στην Ευρωπαϊκή Ένωση η παχυσαρκία στον παιδικό πληθυσμό, ξεπερνώντας κάθε πρόβλεψη των ειδικών. Σε πραγματικούς αριθμούς 14 εκατομμύρια παιδιά στην ΕΕ είναι υπέρβαρα, συμπεριλαμβάνοντας 3 εκατομμύρια παιδιά, που αναφέρονται ως παχύσαρκα.
Αν και οι μελέτες δείχνουν ότι η εγκατάλειψη της μεσογειακής διατροφής και η αντικατάστασή της με έτοιμα φαγητά, τα χαμηλά ποσοστά θηλασμού και η έλλειψη σωματικής άσκησης ευθύνονται για την αύξηση των ποσοστών παχυσαρκίας , δεν έχουν ακόμη μελετηθεί στη χώρα μας τα γονίδια FTO και MC4, τα οποία παίζουν ρόλο στα υπερφαγικά επεισόδια και στον αυξημένο λιπώδη ιστό σε περιπτώσεις παχυσαρκίας.
«Η παχυσαρκία δεν είναι τίποτα άλλο, παρά περίσσεια λιπώδους ιστού, που βρίσκεται διάσπαρτα στο σώμα μας. Ο λιπώδης ιστός δεν είναι απλά μία αποθήκη λίπους, αλλά ένας ενδοκρινής αδένας, ο οποίος εμπλέκεται σε σημαντικές λειτουργίες του οργανισμού. Το 40% των γονιδίων που εκφράζονται στον λιπώδη ιστό είναι νεοανακαλυφθέντα και το 20-30% αυτών, μάλλον εκφράζουν εκκρινόμενα πεπτίδια. Η ταυτοποίηση αυτών των γονιδίων πιστεύεται ότι θα παρέχει σημαντικές πληροφορίες τόσο για την ενδοκρινική λειτουργία του λιπώδη ιστού», επισήμανε η ενδοκρινολόγος Μαρία Σώμαλη, μέλος του Δ.Σ της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρίας.
----------------------------------
Νέα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας
----------------------------------
Στο άμεσο μέλλον θα κυκλοφορήσουν νέα σημαντικά φάρμακα, τα οποία θα επιδρούν, είτε στο πεπτικό σύστημα μειώνοντας την απορρόφηση θερμιδογόνων ουσιών, είτε σε νευροπεπτίδια του εγκεφάλου αυξάνοντας τον κορεσμό, ανέφερε ο πρόεδρος του επιστημονικού τμήματος παχυσαρκίας της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρίας- ενδοκρινολόγος Θεμιστοκλής Τζώτζας.
Στην πρώτη κατηγορία, αναμένεται τους επόμενους μήνες να κυκλοφορήσει μία ορλιστάτη μικρότερης δόσης από την ήδη υπάρχουσα, η οποία θα έχει την ίδια αποτελεσματικότητα στη μείωση του βάρους, λιγότερες όμως παρενέργειες (λιγότερη ακράτεια λίπους στα κόπρανα, διάρροια κλπ). Αν και το φάρμακο αυτό θα κυκλοφορεί ως παραφαρμακευτικό σκεύασμα (χωρίς συνταγή), καλό είναι ο υποψήφιος αγοραστής του να συμβουλεύεται πρώτα το γιατρό του. Επίσης ολοκληρώνονται σύντομα οι μελέτες για το φάρμακο σετιλιστάτη, το οποίο επίσης μειώνει το διατροφικό λίπος όπως η ορλιστάτη, αλλά με πολύ λιγότερες παρενέργειες.
Να σημειωθεί ότι τα φάρμακα της παχυσαρκίας πρέπει να πληρούν ορισμένα βασικά προαπαιτούμενα: 1. Να προκαλούν ελάττωση βάρους (πάνω από το 5% του αρχικού) και των επιπλοκών της παχυσαρκίας 2. Να μην προκαλούν φαινόμενα εθισμού 3. Τα ευεργετικά αποτελέσματα να είναι περισσότερα από τις παρενέργειες 4. Να μπορούν να χρησιμοποιηθούν μακροχρόνια. 5. Να έχουν διευκρινισμένο μηχανισμό δράσης.
Σήμερα μόνο δύο φάρμακα πληρούν τις βασικές αυτές προϋποθέσεις: η ορλιστάτη, η οποία ελαττώνει την απορρόφηση του λίπους της τροφής, και η συμπουτραμίνη, η οποία αυξάνει τον κορεσμό και μειώνει την όρεξη. Από τα φάρμακα, που επιδρούν στον εγκέφαλο, η λορκασερίνη, διεγείρει την παραγωγή της σεροτονίνης, ενός νευροπεπτιδίου με ανορεξιογόνο και αντικαταθλιπτική δράση, και μειώνει το βάρος κατά 4-5 κιλά. Αντίστοιχα η τεζοφενσίνη αποτελεί εξελιγμένη ουσία, η οποία επιδρά εκτός της σεροτονίνης και σε 2 άλλα νευροπεπτίδια του εγκεφάλου, που εμπλέκονται στην όρεξη και τον κορεσμό, και προκαλεί σημαντική μείωση του βάρους της τάξης των 10 κιλών.
«Ίσως το μέλλον να βρίσκεται στο συνδυασμό δύο η και περισσοτέρων φαρμάκων σε μία συσκευασία, τα οποία θα επιδρούν σε διαφορετικά επίπεδα (πχ στην όρεξη και στον κορεσμό, αλλά και στο λιπώδη ιστό και στο μεταβολισμό) και να εμποδίζουν έτσι τις υποτροπές. Ορισμένοι τέτοιοι συνδυασμοί ήδη χορηγούνται στην Αμερική, σε μικρές δόσεις και έχουν λιγότερες παρενέργειες. Πρέπει όμως να τονισθεί ότι σε κάθε περίπτωση τα φάρμακα πρέπει να συνοδεύονται από την κατάλληλη διαιτητική αγωγή και σωματική δραστηριότητα», επισήμανε ο κ. Τζώτζας.
Νεότερα δεδομένα από κλινικές μελέτες ενοχοποιούν την παχυσαρκία για διαταραχές της εμμήνου ρύσεως, ακμή και τριχοφυΐα στις έφηβες γυναίκες, υπογονιμότητα και σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Αυτά επισημάνθηκαν στη διάρκεια συνέντευξης τύπου της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρείας με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παχυσαρκίας (24η Οκτωβρίου)
Τα Ελληνόπουλα είναι από τα πιο παχύσαρκα παιδιά στην Ευρώπη, διατρέχοντας μεγάλο κίνδυνο να εμφανίσουν σημαντικές επιπλοκές στην υγεία τους. Το 26% των αγοριών και το 19% των κοριτσιών ηλικίας μεταξύ 6-17 ετών αναφέρονται ως υπέρβαρα. Εντυπωσιακά είναι τα δεδομένα για τον παιδικό πληθυσμό της Κρήτης, την κοιτίδα της μεσογειακής διατροφής, όπου το 39% των παιδιών ηλικίας 12 ετών αναφέρονται ως υπέρβαρα.
Με ραγδαίους ρυθμούς αυξάνεται και στην Ευρωπαϊκή Ένωση η παχυσαρκία στον παιδικό πληθυσμό, ξεπερνώντας κάθε πρόβλεψη των ειδικών. Σε πραγματικούς αριθμούς 14 εκατομμύρια παιδιά στην ΕΕ είναι υπέρβαρα, συμπεριλαμβάνοντας 3 εκατομμύρια παιδιά, που αναφέρονται ως παχύσαρκα.
Αν και οι μελέτες δείχνουν ότι η εγκατάλειψη της μεσογειακής διατροφής και η αντικατάστασή της με έτοιμα φαγητά, τα χαμηλά ποσοστά θηλασμού και η έλλειψη σωματικής άσκησης ευθύνονται για την αύξηση των ποσοστών παχυσαρκίας , δεν έχουν ακόμη μελετηθεί στη χώρα μας τα γονίδια FTO και MC4, τα οποία παίζουν ρόλο στα υπερφαγικά επεισόδια και στον αυξημένο λιπώδη ιστό σε περιπτώσεις παχυσαρκίας.
«Η παχυσαρκία δεν είναι τίποτα άλλο, παρά περίσσεια λιπώδους ιστού, που βρίσκεται διάσπαρτα στο σώμα μας. Ο λιπώδης ιστός δεν είναι απλά μία αποθήκη λίπους, αλλά ένας ενδοκρινής αδένας, ο οποίος εμπλέκεται σε σημαντικές λειτουργίες του οργανισμού. Το 40% των γονιδίων που εκφράζονται στον λιπώδη ιστό είναι νεοανακαλυφθέντα και το 20-30% αυτών, μάλλον εκφράζουν εκκρινόμενα πεπτίδια. Η ταυτοποίηση αυτών των γονιδίων πιστεύεται ότι θα παρέχει σημαντικές πληροφορίες τόσο για την ενδοκρινική λειτουργία του λιπώδη ιστού», επισήμανε η ενδοκρινολόγος Μαρία Σώμαλη, μέλος του Δ.Σ της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρίας.
----------------------------------
Νέα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας
----------------------------------
Στο άμεσο μέλλον θα κυκλοφορήσουν νέα σημαντικά φάρμακα, τα οποία θα επιδρούν, είτε στο πεπτικό σύστημα μειώνοντας την απορρόφηση θερμιδογόνων ουσιών, είτε σε νευροπεπτίδια του εγκεφάλου αυξάνοντας τον κορεσμό, ανέφερε ο πρόεδρος του επιστημονικού τμήματος παχυσαρκίας της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρίας- ενδοκρινολόγος Θεμιστοκλής Τζώτζας.
Στην πρώτη κατηγορία, αναμένεται τους επόμενους μήνες να κυκλοφορήσει μία ορλιστάτη μικρότερης δόσης από την ήδη υπάρχουσα, η οποία θα έχει την ίδια αποτελεσματικότητα στη μείωση του βάρους, λιγότερες όμως παρενέργειες (λιγότερη ακράτεια λίπους στα κόπρανα, διάρροια κλπ). Αν και το φάρμακο αυτό θα κυκλοφορεί ως παραφαρμακευτικό σκεύασμα (χωρίς συνταγή), καλό είναι ο υποψήφιος αγοραστής του να συμβουλεύεται πρώτα το γιατρό του. Επίσης ολοκληρώνονται σύντομα οι μελέτες για το φάρμακο σετιλιστάτη, το οποίο επίσης μειώνει το διατροφικό λίπος όπως η ορλιστάτη, αλλά με πολύ λιγότερες παρενέργειες.
Να σημειωθεί ότι τα φάρμακα της παχυσαρκίας πρέπει να πληρούν ορισμένα βασικά προαπαιτούμενα: 1. Να προκαλούν ελάττωση βάρους (πάνω από το 5% του αρχικού) και των επιπλοκών της παχυσαρκίας 2. Να μην προκαλούν φαινόμενα εθισμού 3. Τα ευεργετικά αποτελέσματα να είναι περισσότερα από τις παρενέργειες 4. Να μπορούν να χρησιμοποιηθούν μακροχρόνια. 5. Να έχουν διευκρινισμένο μηχανισμό δράσης.
Σήμερα μόνο δύο φάρμακα πληρούν τις βασικές αυτές προϋποθέσεις: η ορλιστάτη, η οποία ελαττώνει την απορρόφηση του λίπους της τροφής, και η συμπουτραμίνη, η οποία αυξάνει τον κορεσμό και μειώνει την όρεξη. Από τα φάρμακα, που επιδρούν στον εγκέφαλο, η λορκασερίνη, διεγείρει την παραγωγή της σεροτονίνης, ενός νευροπεπτιδίου με ανορεξιογόνο και αντικαταθλιπτική δράση, και μειώνει το βάρος κατά 4-5 κιλά. Αντίστοιχα η τεζοφενσίνη αποτελεί εξελιγμένη ουσία, η οποία επιδρά εκτός της σεροτονίνης και σε 2 άλλα νευροπεπτίδια του εγκεφάλου, που εμπλέκονται στην όρεξη και τον κορεσμό, και προκαλεί σημαντική μείωση του βάρους της τάξης των 10 κιλών.
«Ίσως το μέλλον να βρίσκεται στο συνδυασμό δύο η και περισσοτέρων φαρμάκων σε μία συσκευασία, τα οποία θα επιδρούν σε διαφορετικά επίπεδα (πχ στην όρεξη και στον κορεσμό, αλλά και στο λιπώδη ιστό και στο μεταβολισμό) και να εμποδίζουν έτσι τις υποτροπές. Ορισμένοι τέτοιοι συνδυασμοί ήδη χορηγούνται στην Αμερική, σε μικρές δόσεις και έχουν λιγότερες παρενέργειες. Πρέπει όμως να τονισθεί ότι σε κάθε περίπτωση τα φάρμακα πρέπει να συνοδεύονται από την κατάλληλη διαιτητική αγωγή και σωματική δραστηριότητα», επισήμανε ο κ. Τζώτζας.
Oct 22, 2009
Διαψεύδεται ότι το απολίθωμα της "Iντας" αποτελεί μακρινό πρόγονο του ανθρώπου
Δεν πρόλαβε καλά-καλά να κοπάσει ο θόρυβος στη διεθνή επιστημονική κοινότητα από την παρουσίαση με τυμπανοκρουσίες του απολιθώματος της "Ίντας" ως χαμένου κρίκου στην ανθρώπινη εξέλιξη και τώρα η πρώτη ανεξάρτητη επιστημονική αξιολόγηση του νέου ευρήματος έρχεται να διαψεύσει τους ισχυρισμούς των μελετητών της,οι οποίοι έκαναν αμέσως ντοκιμαντέρ και βιβλίο για την ανακάλυψή τους.
Η νέα επιστημονική μελέτη έγινε από ερευνητές υπό τον δρα Έρικ Σάιφερτ του Τμήματος Ανατομικών Επιστημών του αμερικανικού πανεπιστημίου Στόνι Μπρουκ και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Nature", σύμφωνα με το BBC και το Science. Σύμφωνα με τη νέα εκτίμηση του απολιθώματος, η Ίντα ανήκε σε ένα είδος πιο συγγενικό με τους λεμούριους παρά με τις μαϊμούδες, τους πιθήκους ή τους ανθρώπους.
Οι ερευνητές σύγκριναν την Ίντα με ένα απολίθωμα ζώου (με την επιστημονική ονομασία Afradapis longicristatus), που έζησε στην Αίγυπτο πριν περίπου 37 εκατ. χρόνια και σχετιζόταν στενά με την Ίντα (Darwinius masillae),η οποία ζούσε πριν 47 εκατ. χρόνια. Κατά τον δρα Σάιφερτ και τους συνεργάτες του, και τα δύο αυτά είδη ανήκαν σε μια συγγενική αλλά όχι στην ίδια ομάδα με τα ανώτερα πρωτεύοντα (όπου ανήκει και ο άνθρωπος). Αυτή η εξαφανισμένη πια ομάδα ζώων ήταν πιο συγγενική με τους λεμούριους, οι οποίοι ζουν ακόμα σήμερα στη Μαδαγασκάρη, την Ασία και την Αφρική.
Όπως δήλωσε ο Σάιφερτ, "η αντίληψη ότι η Ίντα ανήκε στα ανώτερα πρωτεύοντα, στην πραγματικότητα εξ αρχής ήταν μια μειοψηφική άποψη, έτσι αποτέλεσε μια έκπληξη για πολλούς παλαιοντολόγους που μελετάνε τα πρωτεύοντα". Όπως είπε, η Ίντα πρέπει πάραυτα να απομακρυνθεί από το γενεαλογικό μας δέντρο, κάτι με το οποίο συμφώνησαν πολλοί παλαιανθρωπολόγοι, όπως ο Έρικ Σαργκίς, καθηγητής ανθρωπολογίας στο πανεπιστήμιο Γιέηλ των ΗΠΑ, και ο Ντέηβιντ Μπεγκούν, παλαιοανθρωπολόγος του πανεπιστημίου του Τορόντο του Καναδά. Από την πλευρά του, ο Γιορν Χάρουμ, από το νορβηγικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Όσλο,ο οποίος πρωτοστάτησε στην παρουσίαση της Ίντας ως χαμένου κρίκου των ανθρώπων, σχολίασε για τη νέα αξιολόγηση ότι "είναι μια ενδιαφέρουσα εργασία, η οποία επιτέλους ξεκινά μια επιστημονική συζήτηση για το ζήτημα της Ίντας".
Η νέα επιστημονική μελέτη έγινε από ερευνητές υπό τον δρα Έρικ Σάιφερτ του Τμήματος Ανατομικών Επιστημών του αμερικανικού πανεπιστημίου Στόνι Μπρουκ και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Nature", σύμφωνα με το BBC και το Science. Σύμφωνα με τη νέα εκτίμηση του απολιθώματος, η Ίντα ανήκε σε ένα είδος πιο συγγενικό με τους λεμούριους παρά με τις μαϊμούδες, τους πιθήκους ή τους ανθρώπους.
Οι ερευνητές σύγκριναν την Ίντα με ένα απολίθωμα ζώου (με την επιστημονική ονομασία Afradapis longicristatus), που έζησε στην Αίγυπτο πριν περίπου 37 εκατ. χρόνια και σχετιζόταν στενά με την Ίντα (Darwinius masillae),η οποία ζούσε πριν 47 εκατ. χρόνια. Κατά τον δρα Σάιφερτ και τους συνεργάτες του, και τα δύο αυτά είδη ανήκαν σε μια συγγενική αλλά όχι στην ίδια ομάδα με τα ανώτερα πρωτεύοντα (όπου ανήκει και ο άνθρωπος). Αυτή η εξαφανισμένη πια ομάδα ζώων ήταν πιο συγγενική με τους λεμούριους, οι οποίοι ζουν ακόμα σήμερα στη Μαδαγασκάρη, την Ασία και την Αφρική.
Όπως δήλωσε ο Σάιφερτ, "η αντίληψη ότι η Ίντα ανήκε στα ανώτερα πρωτεύοντα, στην πραγματικότητα εξ αρχής ήταν μια μειοψηφική άποψη, έτσι αποτέλεσε μια έκπληξη για πολλούς παλαιοντολόγους που μελετάνε τα πρωτεύοντα". Όπως είπε, η Ίντα πρέπει πάραυτα να απομακρυνθεί από το γενεαλογικό μας δέντρο, κάτι με το οποίο συμφώνησαν πολλοί παλαιανθρωπολόγοι, όπως ο Έρικ Σαργκίς, καθηγητής ανθρωπολογίας στο πανεπιστήμιο Γιέηλ των ΗΠΑ, και ο Ντέηβιντ Μπεγκούν, παλαιοανθρωπολόγος του πανεπιστημίου του Τορόντο του Καναδά. Από την πλευρά του, ο Γιορν Χάρουμ, από το νορβηγικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Όσλο,ο οποίος πρωτοστάτησε στην παρουσίαση της Ίντας ως χαμένου κρίκου των ανθρώπων, σχολίασε για τη νέα αξιολόγηση ότι "είναι μια ενδιαφέρουσα εργασία, η οποία επιτέλους ξεκινά μια επιστημονική συζήτηση για το ζήτημα της Ίντας".
Oct 20, 2009
Η γυναίκα του μέλλοντος: πιο κοντή, πιο στρουμπουλή, πιο γόνιμη
Οι γυναίκες του μέλλοντος είναι πιθανό ότι θα είναι ελαφρώς πιο κοντές και πιο παχουλές, θα έχουν πιο υγιή καρδιά και μακρύτερη αναπαραγωγική ηλικία, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα, που διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν να εξελίσσονται, αργά αλλά σταθερά.
Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό PNAS της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ, έγινε από ερευνητές υπό τον εξελικτικό βιολόγο Στέφεν Στερνς του πανεπιστημίου Γιέηλ των ΗΠΑ. Σύμφωνα με το New Scientist, παρέχει τις ισχυρότερες ενδείξεις μέχρι σήμερα ότι οι άνθρωποι δεν έχουν σταματήσει να εξελίσσονται, αν και τόσο αθόρυβα, που περνά απαρατήρητο.
Οι σύγχρονες ιατρικές εξελίξεις, οι οποίες επιτρέπουν να ζουν μέχρι τα βαθειά γεράματα πολλοί άνθρωποι που κάποτε θα είχαν πεθάνει νέοι, έχει οδηγήσει ορισμένους επιστήμονες να υποστηρίζουν ότι ουσιαστικά η φυσική επιλογή δεν επηρεάζει πια τους ανθρώπους, άρα η ανθρωπότητα έχει σταματήσει να εξελίσσεται.
Σύμφωνα με τον Στερνς, αυτή η αντίληψη είναι απολύτως λανθασμένη, καθώς, όπως υποστηρίζει, μπορεί να έχουν μεν αμβλυνθεί οι διαφορές αναφορικά με την επιβίωση των ανθρώπων, με συνέπεια να μην επιλέγονται πλέον οι "καταλληλότεροι" (δηλαδή οι πιο προσαρμοσμένοι) άνθρωποι και τα γονίδιά τους, όμως οι διαφορές στην αναπαραγωγή υπάρχουν και μπορούν ακόμα να επιτελέσουν τη λειτουργία της φυσικής επιλογής και άρα της εξέλιξης.
Το βασικό ερώτημα, κατά τον Στερνς, είναι αν οι γυναίκες που έχουν περισσότερα παιδιά (άρα πλεονέκτημα αναπαραγωγής), διαθέτουν ξεχωριστά χαρακτηριστικά, τα οποία κληρονομούν στους απογόνους τους. Για να το εξακριβώσουν, ο βιολόγος του Γιέλ και οι συνεργάτες του μελέτησαν τα ιατρικά ιστορικά των 14.000 κατοίκων μιας πόλης της Μασαχουσέτης, από το 1948 μέχρι σήμερα, που καλύπτουν τρεις γενιές σε αρκετές οικογένειες.
Όπως διαπιστώθηκε, οι πιο κοντές και μεγαλύτερου βάρους γυναίκες τείνουν να έχουν περισσότερα παιδιά, κατά μέσο όρο, σε σχέση με τις ψηλότερες και πιο λεπτές γυναίκες. Οι γυναίκες με χαμηλότερη πίεση αίματος και μικρότερο επίπεδο χοληστερίνης (άρα πιο υγιή καρδιά) τείνουν επίσης να έχουν πιο πολλά παιδιά, το ίδιο και οι γυναίκες που γεννάνε το πρώτο παιδί τους σε νεαρότερη ηλικία, καθώς και όσες έχουν εμμηνόπαυση σε μεγαλύτερη ηλικία. Οι ερευνητές επιβεβαίωσαν ότι γενικά αυτά τα χαρακτηριστικά πέρασαν από τις μητέρες στις κόρες τους, οι οποίες με τη σειρά τους απέκτησαν περισσότερα παιδιά.
Αν αυτές οι τάσεις συνεχιστούν επί δέκα γενιές, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Στερνς, η μέση γυναίκα το 2050 θα είναι κατά δύο εκατοστά πιο κοντή και κατά ένα κιλό πιο παχιά από ό,τι είναι σήμερα. Θα γεννά το πρώτο της παιδί περίπου πέντε μήνες νωρίτερα και θα μπαίνει στην εμμηνόπαυση δέκα μήνες αργότερα από ό,τι τώρα.
Αν και δεν είναι βέβαιο ότι αυτά τα χαρακτηριστικά κληρονομούνται από γενιά σε γενιά μέσω αλλαγής των γονιδίων, ο Στερνς πιστεύει ότι αυτές οι αλλαγές έχουν γενετική προέλευση και δεν αποτελούν απλώς κοινωνική και πολιτισμική επιρροή.
Και άλλες μελέτες στο παρελθόν είχαν συμπεράνει ότι η φυσική επιλογή συνεχίζει το έργο της στη σημερινή ανθρωπότητα, όμως η διαφορά με τη νέα έρευνα ήταν ότι εκείνες έβγαζαν τα συμπεράσματά τους κυρίως από τις γεωγραφικές διαφορές στις συχνότητες των γονιδίων, παρά από άμεσες μετρήσεις της αναπαραγωγικής επιτυχίας. Έτσι, η μελέτη του Στερνς είναι πιθανότατα η πιο λεπτομερής καταγραφή και αξιολόγηση της εξέλιξης των ανθρώπων σήμερα.
Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό PNAS της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ, έγινε από ερευνητές υπό τον εξελικτικό βιολόγο Στέφεν Στερνς του πανεπιστημίου Γιέηλ των ΗΠΑ. Σύμφωνα με το New Scientist, παρέχει τις ισχυρότερες ενδείξεις μέχρι σήμερα ότι οι άνθρωποι δεν έχουν σταματήσει να εξελίσσονται, αν και τόσο αθόρυβα, που περνά απαρατήρητο.
Οι σύγχρονες ιατρικές εξελίξεις, οι οποίες επιτρέπουν να ζουν μέχρι τα βαθειά γεράματα πολλοί άνθρωποι που κάποτε θα είχαν πεθάνει νέοι, έχει οδηγήσει ορισμένους επιστήμονες να υποστηρίζουν ότι ουσιαστικά η φυσική επιλογή δεν επηρεάζει πια τους ανθρώπους, άρα η ανθρωπότητα έχει σταματήσει να εξελίσσεται.
Σύμφωνα με τον Στερνς, αυτή η αντίληψη είναι απολύτως λανθασμένη, καθώς, όπως υποστηρίζει, μπορεί να έχουν μεν αμβλυνθεί οι διαφορές αναφορικά με την επιβίωση των ανθρώπων, με συνέπεια να μην επιλέγονται πλέον οι "καταλληλότεροι" (δηλαδή οι πιο προσαρμοσμένοι) άνθρωποι και τα γονίδιά τους, όμως οι διαφορές στην αναπαραγωγή υπάρχουν και μπορούν ακόμα να επιτελέσουν τη λειτουργία της φυσικής επιλογής και άρα της εξέλιξης.
Το βασικό ερώτημα, κατά τον Στερνς, είναι αν οι γυναίκες που έχουν περισσότερα παιδιά (άρα πλεονέκτημα αναπαραγωγής), διαθέτουν ξεχωριστά χαρακτηριστικά, τα οποία κληρονομούν στους απογόνους τους. Για να το εξακριβώσουν, ο βιολόγος του Γιέλ και οι συνεργάτες του μελέτησαν τα ιατρικά ιστορικά των 14.000 κατοίκων μιας πόλης της Μασαχουσέτης, από το 1948 μέχρι σήμερα, που καλύπτουν τρεις γενιές σε αρκετές οικογένειες.
Όπως διαπιστώθηκε, οι πιο κοντές και μεγαλύτερου βάρους γυναίκες τείνουν να έχουν περισσότερα παιδιά, κατά μέσο όρο, σε σχέση με τις ψηλότερες και πιο λεπτές γυναίκες. Οι γυναίκες με χαμηλότερη πίεση αίματος και μικρότερο επίπεδο χοληστερίνης (άρα πιο υγιή καρδιά) τείνουν επίσης να έχουν πιο πολλά παιδιά, το ίδιο και οι γυναίκες που γεννάνε το πρώτο παιδί τους σε νεαρότερη ηλικία, καθώς και όσες έχουν εμμηνόπαυση σε μεγαλύτερη ηλικία. Οι ερευνητές επιβεβαίωσαν ότι γενικά αυτά τα χαρακτηριστικά πέρασαν από τις μητέρες στις κόρες τους, οι οποίες με τη σειρά τους απέκτησαν περισσότερα παιδιά.
Αν αυτές οι τάσεις συνεχιστούν επί δέκα γενιές, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Στερνς, η μέση γυναίκα το 2050 θα είναι κατά δύο εκατοστά πιο κοντή και κατά ένα κιλό πιο παχιά από ό,τι είναι σήμερα. Θα γεννά το πρώτο της παιδί περίπου πέντε μήνες νωρίτερα και θα μπαίνει στην εμμηνόπαυση δέκα μήνες αργότερα από ό,τι τώρα.
Αν και δεν είναι βέβαιο ότι αυτά τα χαρακτηριστικά κληρονομούνται από γενιά σε γενιά μέσω αλλαγής των γονιδίων, ο Στερνς πιστεύει ότι αυτές οι αλλαγές έχουν γενετική προέλευση και δεν αποτελούν απλώς κοινωνική και πολιτισμική επιρροή.
Και άλλες μελέτες στο παρελθόν είχαν συμπεράνει ότι η φυσική επιλογή συνεχίζει το έργο της στη σημερινή ανθρωπότητα, όμως η διαφορά με τη νέα έρευνα ήταν ότι εκείνες έβγαζαν τα συμπεράσματά τους κυρίως από τις γεωγραφικές διαφορές στις συχνότητες των γονιδίων, παρά από άμεσες μετρήσεις της αναπαραγωγικής επιτυχίας. Έτσι, η μελέτη του Στερνς είναι πιθανότατα η πιο λεπτομερής καταγραφή και αξιολόγηση της εξέλιξης των ανθρώπων σήμερα.
Oct 19, 2009
Νέο φάρμακο για την οστεοπόρωση
Ένα νέο φάρμακο κατά οστεοπόρωσης, το οποίο θα χορηγείται ενδοφλεβίως μία φορά το εξάμηνο, αναμένεται να εγκριθεί και να κυκλοφορήσει στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 2010. Το φάρμακο, που περιέχει τη δραστική ουσία Denosumab, αναστέλλει τη δράση και τη λειτουργία των οστεοκλαστών, δηλαδή των κυττάρων που βρίσκονται στα οστά και ευθύνονται για την καταστροφή τους, με αποτέλεσμα την αυτόματη μείωση της απώλειας.
Την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου υποστηρίζουν δυο μεγάλες πολυκεντρικές μελέτες. Η πρώτη, που έγινε σε 7900 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, έδειξε ότι το φάρμακο μειώνει τον κίνδυνο σπονδυλικού κατάγματος κατά 68%, τον κίνδυνο κατάγματος του ισχίου κατά 40% και τα μη σπονδυλικά κατάγματα κατά 20%. Η δεύτερη μελέτη, που έγινε σε 960 άνδρες, οι οποίοι ακολουθούσαν αγωγή για καρκίνο του προστάτη, έδειξε παρόμοια αποτελέσματα με την πρώτη. Επίσης, η έρευνα για την ασφάλεια του φαρμάκου έδειξε ότι τα άτομα, που έπαιρναν το φάρμακο δεν είχαν περισσότερες παρενέργειες από εκείνα, που έπαιρναν εικονικό φάρμακο.
«Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο κίνδυνος κατάγματος δεν σχετίζεται μόνο με την ποσότητα του οστού, αλλά και με την ποιότητά του. Τα καινούρια φάρμακα, που δοκιμάζονται, έχουν στόχο να μειώσουν την οστική απορρόφηση και να αυξήσουν την οστική παραγωγή με αποτέλεσμα την αύξηση της οστικής μάζας, αλλά και τη βελτίωση των παραμέτρων, που χαρακτηρίζουν την ποιότητα του οστού», ανέφερε η υπεύθυνη ιατρείου οστεοπόρωσης και εμμηνόπαυσης του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, ενδοκρινολόγος Ελένη Βαφειάδου, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρίας, που πραγματοποιήθηκε με αφορμή την 20η Οκτωβρίου, παγκόσμια ημέρα κατά της οστεοπόρωσης.
------------------------------------------------
Η πρόληψη πρέπει να ξεκινά από την παιδική ηλικία
------------------------------------------------
Η πρόληψη της οστεοπόρωσης πρέπει να ξεκινά από την παιδική και εφηβική ηλικία, με τη σωστή διατροφή και την άσκηση. Τα παιδιά και οι έφηβοι θα πρέπει να αποφεύγουν τα αλμυρά σνακ και τα αναψυκτικά, τα οποία κυριολεκτικά «αδειάζουν» τις αποθήκες του ασβεστίου στο σώμα. Εξάλλου, η κατανάλωση γαλακτοκομικών δεν αρκεί για το κτίσιμο ενός γερού σκελετού, αν δεν συνοδεύεται από πρόσληψη βιταμίνης D, η οποία υπάρχει στο μουρουνόλαδο, που κυκλοφορεί στο εμπόριο σε μορφή κάψουλας, αλλά και σε παχιά ψάρια, όπως ο σολωμός.
Σημειώνεται ότι μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης οστεοπόρωσης έχουν οι ασθενείς που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη, ή εκείνοι που παίρνουν αντικαρκινική αγωγή, ενώ φάρμακα όπως εκείνα που χορηγούνται για την αντιμετώπιση του διαβήτη, τα αντιεπιληπτικά, τα αντικαταθλιπτικά και η κορτιζόνη αυξάνουν τον κίνδυνο οστεπόρωσης.
Εξάλλου, ο καπνός, η νικοτίνη και οι άλλες χημικές ουσίες, που βρίσκονται στα τσιγάρα, μπορεί να ασκούν απευθείας τοξική δράση στο κόκαλο, ή να μειώνουν την απορρόφηση του ασβεστίου και άλλων στοιχείων, που είναι απαραίτητα για την υγεία των οστών. «Στο 25-50% των ανδρών, που ζήτησαν ιατρική βοήθεια για τη διακοπή της λήψης αλκοόλ διαπιστώθηκε μειωμένη οστική μάζα. Βρέθηκε ότι νεαροί αλκοολικοί άνδρες είχαν παρόμοια οστική μάζα με ηλικιωμένες γυναίκες», τόνισε η ενδοκρινολόγος - επιμελήτρια του νοσοκομείου Παναγία και ειδική γραμματέας της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρίας, Φωτεινή Παπαδοπούλου.
------------------------------------------
Ο οστεοπόρωση δεν «αποφεύγει» τους άντρες
-------------------------------------------
Η οστεοπόρωση μπορεί να «προτιμά» τις γυναίκες, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι «αποφεύγει» τους άνδρες. Απλώς, τους προσβάλει δέκα χρόνια αργότερα από ό,τι τις γυναίκες. Επειδή συνήθως είναι ασυμπτωματική, η διάγνωσή της στους άνδρες γίνεται καθυστερημένα και σχεδόν πάντα όταν ήδη έχει συμβεί οστεοπορωτικό κάταγμα. Πρόσφατες επιδημιολογικές μελέτες έδειξαν αύξηση της συχνότητας των καταγμάτων στους άνδρες μεγάλης ηλικίας αντίστοιχων με αυτές των γυναικών. Περίπου 30 % των καταγμάτων του ισχίου συμβαίνει σε άνδρες και ένας στους οκτώ άνδρες ηλικίας μεγαλύτερης των 50 ετών θα εμφανίσει οστεοπορωτικό κάταγμα.
«Η αύξηση στον κίνδυνο κατάγματος εμφανίζεται κατά 10 περίπου χρόνια αργότερα στους άνδρες από ό,τι στις γυναίκες. Οι άνδρες χάνουν οστική μάζα με την ηλικία, αλλά επειδή έχουν μεγαλύτερη οστική μάζα φθάνουν σε οστεοπορωτικά επίπεδα σε μεγαλύτερη ηλικία σε σχέση με τις γυναίκες. Επίσης, στους άνδρες έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι δεν εμφανίζεται η ταχεία οστική απώλεια, που σχετίζεται με την εμμηνόπαυση στις γυναίκες. Στην ηλικία των 90 ετών, περίπου 17% των ανδρών θα υποστούν οστεοπορωτικό κάταγμα στο ισχίο, σε σχέση με το 32% των γυναικών», ανέφερε η κα Παπαδοπούλου.
Περίπου, 1/3 των ανδρών με οστεοπόρωση έχουν ιδιοπαθή νόσο. Συχνές αναγνωρίσιμες αιτίες οστεοπόρωσης είναι ο υπογοναδισμός, η κατάχρηση αλκοόλ, παθήσεις του γαστρεντερικού συστήματος, η έλλειψη της βιταμίνης D, η αντιεπιληπτική θεραπεία και η θεραπεία με κορτιζόνη. Παράγοντες κινδύνου είναι η μεγάλη ηλικία, το μειωμένο σωματικό βάρος, η μειωμένη σωματική άσκηση, η χαμηλή πρόσληψη ασβεστίου με τη τροφή, το κάπνισμα, ο αλκοολισμός, η χρόνια αναπνευστική νόσος, η γαστρεκτομή, η ημιπληγία, η νόσος Parkinson, η άνοια, τα μειωμένα επίπεδα τεστοστερόνης και οιστραδιόλης και η χρήση ηρεμιστικών.
Για όλους τους άνδρες με οστεοπόρωση θεωρείται απαραίτητη η πρόσληψη 1200-1500 mg ασβεστίου και 400-600 IU (διεθνείς μονάδες) την ημέρα βιταμίνης D. Δεν συστήνεται η χορήγηση ανδρογόνων, εκτός των περιπτώσεων στις οποίες διαπιστώνεται έλλειψη. Η χορήγηση τεστοστερόνης σε άνδρες με υπογοναδισμό αποτελεί τη θεραπεία εκλογής. Ιδιαίτερα ωφελούνται οι ασθενείς, στους οποίους χορηγείται το φάρμακο κατά την εφηβεία. Μια καινούργια προσέγγιση στην αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης στον άνδρα και ίσως και στη γυναίκα, αποτελεί μια νέα ομάδα φαρμάκων, οι εκλεκτικοί τροποποιητές των ανδρογονικών υποδοχέων. Στην ομάδα αυτή των φαρμάκων υπάρχουν παράγοντες, οι οποίοι διεγείρουν την οστική παραγωγή, χωρίς να προκαλούν υπερτροφία του προστάτη στους άνδρες, ή σημεία αρρενοποίησης στις γυναίκες. Επιπλέον, συστήνεται άσκηση, που οδηγεί στην απώλεια βάρους. Τα διφωσφονικά αποτελούν σήμερα τη θεραπεία εκλογής της νόσου. Συστηματικές μετρήσεις της οστικής πυκνότητας θα πρέπει να γίνονται κάθε 1 έως 2 χρόνια για να ελέγχεται η ανταπόκριση στη θεραπεία.
Την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου υποστηρίζουν δυο μεγάλες πολυκεντρικές μελέτες. Η πρώτη, που έγινε σε 7900 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, έδειξε ότι το φάρμακο μειώνει τον κίνδυνο σπονδυλικού κατάγματος κατά 68%, τον κίνδυνο κατάγματος του ισχίου κατά 40% και τα μη σπονδυλικά κατάγματα κατά 20%. Η δεύτερη μελέτη, που έγινε σε 960 άνδρες, οι οποίοι ακολουθούσαν αγωγή για καρκίνο του προστάτη, έδειξε παρόμοια αποτελέσματα με την πρώτη. Επίσης, η έρευνα για την ασφάλεια του φαρμάκου έδειξε ότι τα άτομα, που έπαιρναν το φάρμακο δεν είχαν περισσότερες παρενέργειες από εκείνα, που έπαιρναν εικονικό φάρμακο.
«Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο κίνδυνος κατάγματος δεν σχετίζεται μόνο με την ποσότητα του οστού, αλλά και με την ποιότητά του. Τα καινούρια φάρμακα, που δοκιμάζονται, έχουν στόχο να μειώσουν την οστική απορρόφηση και να αυξήσουν την οστική παραγωγή με αποτέλεσμα την αύξηση της οστικής μάζας, αλλά και τη βελτίωση των παραμέτρων, που χαρακτηρίζουν την ποιότητα του οστού», ανέφερε η υπεύθυνη ιατρείου οστεοπόρωσης και εμμηνόπαυσης του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, ενδοκρινολόγος Ελένη Βαφειάδου, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρίας, που πραγματοποιήθηκε με αφορμή την 20η Οκτωβρίου, παγκόσμια ημέρα κατά της οστεοπόρωσης.
------------------------------------------------
Η πρόληψη πρέπει να ξεκινά από την παιδική ηλικία
------------------------------------------------
Η πρόληψη της οστεοπόρωσης πρέπει να ξεκινά από την παιδική και εφηβική ηλικία, με τη σωστή διατροφή και την άσκηση. Τα παιδιά και οι έφηβοι θα πρέπει να αποφεύγουν τα αλμυρά σνακ και τα αναψυκτικά, τα οποία κυριολεκτικά «αδειάζουν» τις αποθήκες του ασβεστίου στο σώμα. Εξάλλου, η κατανάλωση γαλακτοκομικών δεν αρκεί για το κτίσιμο ενός γερού σκελετού, αν δεν συνοδεύεται από πρόσληψη βιταμίνης D, η οποία υπάρχει στο μουρουνόλαδο, που κυκλοφορεί στο εμπόριο σε μορφή κάψουλας, αλλά και σε παχιά ψάρια, όπως ο σολωμός.
Σημειώνεται ότι μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης οστεοπόρωσης έχουν οι ασθενείς που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη, ή εκείνοι που παίρνουν αντικαρκινική αγωγή, ενώ φάρμακα όπως εκείνα που χορηγούνται για την αντιμετώπιση του διαβήτη, τα αντιεπιληπτικά, τα αντικαταθλιπτικά και η κορτιζόνη αυξάνουν τον κίνδυνο οστεπόρωσης.
Εξάλλου, ο καπνός, η νικοτίνη και οι άλλες χημικές ουσίες, που βρίσκονται στα τσιγάρα, μπορεί να ασκούν απευθείας τοξική δράση στο κόκαλο, ή να μειώνουν την απορρόφηση του ασβεστίου και άλλων στοιχείων, που είναι απαραίτητα για την υγεία των οστών. «Στο 25-50% των ανδρών, που ζήτησαν ιατρική βοήθεια για τη διακοπή της λήψης αλκοόλ διαπιστώθηκε μειωμένη οστική μάζα. Βρέθηκε ότι νεαροί αλκοολικοί άνδρες είχαν παρόμοια οστική μάζα με ηλικιωμένες γυναίκες», τόνισε η ενδοκρινολόγος - επιμελήτρια του νοσοκομείου Παναγία και ειδική γραμματέας της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρίας, Φωτεινή Παπαδοπούλου.
------------------------------------------
Ο οστεοπόρωση δεν «αποφεύγει» τους άντρες
-------------------------------------------
Η οστεοπόρωση μπορεί να «προτιμά» τις γυναίκες, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι «αποφεύγει» τους άνδρες. Απλώς, τους προσβάλει δέκα χρόνια αργότερα από ό,τι τις γυναίκες. Επειδή συνήθως είναι ασυμπτωματική, η διάγνωσή της στους άνδρες γίνεται καθυστερημένα και σχεδόν πάντα όταν ήδη έχει συμβεί οστεοπορωτικό κάταγμα. Πρόσφατες επιδημιολογικές μελέτες έδειξαν αύξηση της συχνότητας των καταγμάτων στους άνδρες μεγάλης ηλικίας αντίστοιχων με αυτές των γυναικών. Περίπου 30 % των καταγμάτων του ισχίου συμβαίνει σε άνδρες και ένας στους οκτώ άνδρες ηλικίας μεγαλύτερης των 50 ετών θα εμφανίσει οστεοπορωτικό κάταγμα.
«Η αύξηση στον κίνδυνο κατάγματος εμφανίζεται κατά 10 περίπου χρόνια αργότερα στους άνδρες από ό,τι στις γυναίκες. Οι άνδρες χάνουν οστική μάζα με την ηλικία, αλλά επειδή έχουν μεγαλύτερη οστική μάζα φθάνουν σε οστεοπορωτικά επίπεδα σε μεγαλύτερη ηλικία σε σχέση με τις γυναίκες. Επίσης, στους άνδρες έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι δεν εμφανίζεται η ταχεία οστική απώλεια, που σχετίζεται με την εμμηνόπαυση στις γυναίκες. Στην ηλικία των 90 ετών, περίπου 17% των ανδρών θα υποστούν οστεοπορωτικό κάταγμα στο ισχίο, σε σχέση με το 32% των γυναικών», ανέφερε η κα Παπαδοπούλου.
Περίπου, 1/3 των ανδρών με οστεοπόρωση έχουν ιδιοπαθή νόσο. Συχνές αναγνωρίσιμες αιτίες οστεοπόρωσης είναι ο υπογοναδισμός, η κατάχρηση αλκοόλ, παθήσεις του γαστρεντερικού συστήματος, η έλλειψη της βιταμίνης D, η αντιεπιληπτική θεραπεία και η θεραπεία με κορτιζόνη. Παράγοντες κινδύνου είναι η μεγάλη ηλικία, το μειωμένο σωματικό βάρος, η μειωμένη σωματική άσκηση, η χαμηλή πρόσληψη ασβεστίου με τη τροφή, το κάπνισμα, ο αλκοολισμός, η χρόνια αναπνευστική νόσος, η γαστρεκτομή, η ημιπληγία, η νόσος Parkinson, η άνοια, τα μειωμένα επίπεδα τεστοστερόνης και οιστραδιόλης και η χρήση ηρεμιστικών.
Για όλους τους άνδρες με οστεοπόρωση θεωρείται απαραίτητη η πρόσληψη 1200-1500 mg ασβεστίου και 400-600 IU (διεθνείς μονάδες) την ημέρα βιταμίνης D. Δεν συστήνεται η χορήγηση ανδρογόνων, εκτός των περιπτώσεων στις οποίες διαπιστώνεται έλλειψη. Η χορήγηση τεστοστερόνης σε άνδρες με υπογοναδισμό αποτελεί τη θεραπεία εκλογής. Ιδιαίτερα ωφελούνται οι ασθενείς, στους οποίους χορηγείται το φάρμακο κατά την εφηβεία. Μια καινούργια προσέγγιση στην αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης στον άνδρα και ίσως και στη γυναίκα, αποτελεί μια νέα ομάδα φαρμάκων, οι εκλεκτικοί τροποποιητές των ανδρογονικών υποδοχέων. Στην ομάδα αυτή των φαρμάκων υπάρχουν παράγοντες, οι οποίοι διεγείρουν την οστική παραγωγή, χωρίς να προκαλούν υπερτροφία του προστάτη στους άνδρες, ή σημεία αρρενοποίησης στις γυναίκες. Επιπλέον, συστήνεται άσκηση, που οδηγεί στην απώλεια βάρους. Τα διφωσφονικά αποτελούν σήμερα τη θεραπεία εκλογής της νόσου. Συστηματικές μετρήσεις της οστικής πυκνότητας θα πρέπει να γίνονται κάθε 1 έως 2 χρόνια για να ελέγχεται η ανταπόκριση στη θεραπεία.
Κλιματική αλλαγή και Ιστορία - Το κρύο έφερε περισσότερους πολέμους
Η επιδεινούμενη κλιματική αλλαγή, που μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη ξηρασία, έλλειψη νερού και άνοδο της στάθμης των θαλασσών, έχει εντείνει τους φόβους ότι μπορεί να οδηγήσει σε μελλοντικούς πολέμους και παγκόσμια κοινωνική αναταραχή. Όμως, μια νέα επιστημονική μελέτη, που ανέτρεξε στην ευρωπαϊκή ιστορία, συσχετίζοντας τα επίπεδα θερμοκρασίας του πλανήτη με τη συχνότητα πολέμων, διαπίστωσε ότι, τον περισσότερο χρόνο, τελικά, ίσχυε το αντίστροφο: όσο πιο κρύο ήταν το κλίμα τόσο αυξάνονταν οι πόλεμοι. Όμως, από τον 19ο αιώνα και μετά, αυτή η σχέση φαίνεται να έχει σταματήσει λόγω της βιομηχανικής επανάστασης.
Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Climatic Change" (Κλιματική Αλλαγή), έγινε από τον Ρίτσαρντ Τολ του Ινστιτούτου Οικονομικής και Κοινωνικής Έρευνας, στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, και τον Σεμπάστιαν Βάγκνερ του ερευνητικού Ινστιτούτου GKSS, στο Αμβούργο της Γερμανίας, σύμφωνα με τον "Εκόνομιστ". Μια παρόμοια έρευνα, που έγινε το 2006 από κινέζους επιστήμονες, υπό τον δρα Ζανγκ (Zhang), και δημοσιεύτηκε στο ίδιο περιοδικό, είχε καταλήξει σε ανάλογο συμπέρασμα και για την Κίνα, ότι δηλαδή το κρύο και όχι η ζέστη στο παρελθόν έφερε πιο πολλούς πολέμους.
Οι ερευνητές συνέλεξαν, από μια ποικιλία πηγών, ιστορικά στοιχεία για το κλίμα και τις πολεμικές συγκρούσεις διάρκειας άνω του ενός έτους, στην Ευρώπη, κατά τα τελευταία 1.000 χρόνια. Μέχρι τα μέσα περίπου του 18ου αιώνα, η τάση που διαπιστώθηκε ήταν σαφής (με ελάχιστη πιθανότητα σφάλματος): οι χαμηλότερες θερμοκρασίες σήμαιναν περισσότερους πολέμους. Στη συνέχεια, από τα τέλη του 18ου αιώνα και μέχρι σήμερα, η τάση αυτή εξαφανίζεται σταδιακά, χωρίς όμως να έχει αντικατασταθεί από την αντίθετή της, δηλαδή δεν έχει -ακόμα τουλάχιστον- διαπιστωθεί ότι η υψηλότερη θερμοκρασία σχετίζεται με περισσότερους πολέμους.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι πριν από τα μέσα του 18ου αιώνα, λόγω της έλλειψης της τεχνολογίας και της μικρής σχετικά επίδρασης του εμπορίου, οι χαμηλές θερμοκρασίες οδηγούσαν σε προβλήματα στις αγροτικές καλλιέργειες και συνεπώς σε έλλειψη τροφίμων, με συνέπεια να αυξάνεται η πιθανότητα συγκρούσεων για τον έλεγχο της λιγοστής τροφής και των καλλιεργούμενων εδαφών.
Όταν όμως άρχισε πια η βιομηχανική επανάσταση, οι νέες γεωργικές μέθοδοι και το αυξημένο εμπόριο, χάρη στην πρόοδο της τεχνολογίας και στη βελτίωση των μεταφορών, οδήγησαν σε αυξημένη αποδοτικότητα της καλλιεργούμενης γης, νέες καλλιέργειες, καλύτερη άρδευση κ.λπ. Όλα αυτά επέτρεπαν στα τρόφιμα να μετακινούνται από εκεί όπου υπήρχαν σε αφθονία, εκεί όπου υπήρχε έλλειψή τους, με συνέπεια να μην υπάρχουν πλέον οι ίδιες κοινωνικές πιέσεις για πολέμους προς κατάκτηση "ζωτικού χώρου".
Η ανάπτυξη των πόλεων και η σταδιακή επέκταση των μη αγροτικών επαγγελμάτων δημιούργησε νέα διαθέσιμα εισοδήματα, ώστε να αγοράζονται τα γεωργικά προϊόντα και έτσι να στηρίζονται οι αγρότες ακόμα και όταν ο κρύος καιρός δεν ήταν καλός για τις σοδειές.
Όμως, σύμφωνα με τους ερευνητές, το γεγονός ότι ήταν μάλλον το κρύο παρά η ζέστη που προκάλεσαν πολέμους στην Ευρώπη στο παρελθόν, δεν σημαίνει ότι η μελλοντική άνοδος των θερμοκρασιών δεν θα προκαλέσει ανάλογα προβλήματα. Το δίδαγμα της νέας έρευνας είναι ότι για να ελαχιστοποιηθούν οι πιθανότητες των μελλοντικών πολέμων, καθώς επιδεινώνεται η κλιματική αλλαγή, πρέπει να στηριχτούν οι γεωργοί με διάφορους τρόπους: νέες βελτιωμένες καλλιέργειες, αγρο-βιοτεχνολογία, ελεύθερο εμπόριο, γενικότερη οικονομική ανάπτυξη της υπαίθρου κ.α. Έτσι, θα μειωθούν οι αφορμές και οι αιτίες για πόλεμο.
Link: Για την πρωτότυπη επιστημονική εργασία στη διεύθυνση: http://www.springerlink.com/content/e78581pv740rx500/?p=69054829b796490696a247d67c1ed756π=6
Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Climatic Change" (Κλιματική Αλλαγή), έγινε από τον Ρίτσαρντ Τολ του Ινστιτούτου Οικονομικής και Κοινωνικής Έρευνας, στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, και τον Σεμπάστιαν Βάγκνερ του ερευνητικού Ινστιτούτου GKSS, στο Αμβούργο της Γερμανίας, σύμφωνα με τον "Εκόνομιστ". Μια παρόμοια έρευνα, που έγινε το 2006 από κινέζους επιστήμονες, υπό τον δρα Ζανγκ (Zhang), και δημοσιεύτηκε στο ίδιο περιοδικό, είχε καταλήξει σε ανάλογο συμπέρασμα και για την Κίνα, ότι δηλαδή το κρύο και όχι η ζέστη στο παρελθόν έφερε πιο πολλούς πολέμους.
Οι ερευνητές συνέλεξαν, από μια ποικιλία πηγών, ιστορικά στοιχεία για το κλίμα και τις πολεμικές συγκρούσεις διάρκειας άνω του ενός έτους, στην Ευρώπη, κατά τα τελευταία 1.000 χρόνια. Μέχρι τα μέσα περίπου του 18ου αιώνα, η τάση που διαπιστώθηκε ήταν σαφής (με ελάχιστη πιθανότητα σφάλματος): οι χαμηλότερες θερμοκρασίες σήμαιναν περισσότερους πολέμους. Στη συνέχεια, από τα τέλη του 18ου αιώνα και μέχρι σήμερα, η τάση αυτή εξαφανίζεται σταδιακά, χωρίς όμως να έχει αντικατασταθεί από την αντίθετή της, δηλαδή δεν έχει -ακόμα τουλάχιστον- διαπιστωθεί ότι η υψηλότερη θερμοκρασία σχετίζεται με περισσότερους πολέμους.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι πριν από τα μέσα του 18ου αιώνα, λόγω της έλλειψης της τεχνολογίας και της μικρής σχετικά επίδρασης του εμπορίου, οι χαμηλές θερμοκρασίες οδηγούσαν σε προβλήματα στις αγροτικές καλλιέργειες και συνεπώς σε έλλειψη τροφίμων, με συνέπεια να αυξάνεται η πιθανότητα συγκρούσεων για τον έλεγχο της λιγοστής τροφής και των καλλιεργούμενων εδαφών.
Όταν όμως άρχισε πια η βιομηχανική επανάσταση, οι νέες γεωργικές μέθοδοι και το αυξημένο εμπόριο, χάρη στην πρόοδο της τεχνολογίας και στη βελτίωση των μεταφορών, οδήγησαν σε αυξημένη αποδοτικότητα της καλλιεργούμενης γης, νέες καλλιέργειες, καλύτερη άρδευση κ.λπ. Όλα αυτά επέτρεπαν στα τρόφιμα να μετακινούνται από εκεί όπου υπήρχαν σε αφθονία, εκεί όπου υπήρχε έλλειψή τους, με συνέπεια να μην υπάρχουν πλέον οι ίδιες κοινωνικές πιέσεις για πολέμους προς κατάκτηση "ζωτικού χώρου".
Η ανάπτυξη των πόλεων και η σταδιακή επέκταση των μη αγροτικών επαγγελμάτων δημιούργησε νέα διαθέσιμα εισοδήματα, ώστε να αγοράζονται τα γεωργικά προϊόντα και έτσι να στηρίζονται οι αγρότες ακόμα και όταν ο κρύος καιρός δεν ήταν καλός για τις σοδειές.
Όμως, σύμφωνα με τους ερευνητές, το γεγονός ότι ήταν μάλλον το κρύο παρά η ζέστη που προκάλεσαν πολέμους στην Ευρώπη στο παρελθόν, δεν σημαίνει ότι η μελλοντική άνοδος των θερμοκρασιών δεν θα προκαλέσει ανάλογα προβλήματα. Το δίδαγμα της νέας έρευνας είναι ότι για να ελαχιστοποιηθούν οι πιθανότητες των μελλοντικών πολέμων, καθώς επιδεινώνεται η κλιματική αλλαγή, πρέπει να στηριχτούν οι γεωργοί με διάφορους τρόπους: νέες βελτιωμένες καλλιέργειες, αγρο-βιοτεχνολογία, ελεύθερο εμπόριο, γενικότερη οικονομική ανάπτυξη της υπαίθρου κ.α. Έτσι, θα μειωθούν οι αφορμές και οι αιτίες για πόλεμο.
Link: Για την πρωτότυπη επιστημονική εργασία στη διεύθυνση: http://www.springerlink.com/content/e78581pv740rx500/?p=69054829b796490696a247d67c1ed756π=6
Oct 18, 2009
Οι γυναίκες κλαίνε πολύ περισσότερο από τους άνδρες και για διαφορετικούς λόγους
Οι γυναίκες κλαίνε πολύ περισσότερο, μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και είναι λιγότερο συγκρατημένες από τους άνδρες, σύμφωνα με μια γερμανική μελέτη που δημοσιοποιήθηκε σήμερα, η οποία αποκαλύπτει ότι τελικώς το κλάμα είναι ένα μυστήριο.
Οι γυναίκες, σύμφωνα με τη μελέτη της γερμανικής οφθαλμολογικής εταιρείας, κλαίνε 30-64 φορές ετησίως έναντι των ανδρών που κλαίνε 6 έως 17 φορές το ίδιο χρονικό διάστημα, μια διαφορά που εμφανίζεται μόνο τους ενήλικες, αφού έως τα 13 χρόνια τους τα κορίτσια και τα αγόρια κλαίνε περίπου το ίδιο.
Μετά από την ηλικία αυτή, των 13 χρόνων, οι άνδρες αρχίζουν να κλαίνε λιγότερο, περιστασιακά και με λιγότερη ένταση απ΄οτι οι γυναίκες, σύμφωνα με τη μελέτη, που συνταιριάζει πολλές παρεμφερείς επιστημονικές μελέτες για το φαινόμενο αυτό.
Στη μελέτη αναφέρεται ότι το κλάμα των ανδρών δεν διαρκεί περισσότερο από 2-3 λεπτά, ενώ των γυναικών υπερβαίνει τα έξι λεπτά.
Σημειώνεται μάλιστα ότι το κλάμα των γυναικών καταλήγει σε λυγμούς στις 65% των περιπτώσεων ενώ στους άνδρες καταλήγει σε λυγμούς μόνο σε ποσοστό 6%.
"Το γυναικείο κλάμα διαρκεί πολύ, έχει ένα χαρακτήρα πιο δραματικό και σκίζει την καρδιά", ανέφερε η καθηγήτρια Οφθαλμολογίας στο Πανεπιστήμιο Λούντφιχ-Μαξιμίλιαν του Μονάχου, Ελίζαμπεθ Μέσμερ.
Οι γυναίκες βάζουν τα κλάματα συχνά όταν δεν αισθάνονται πολύ καλά και "ανεβασμένες", όταν αντιμετωπίζουν δυσκολίες που δεν μπορούν να λύσουν εύκολα ή όταν θυμούνται γεγονότα του παρελθόντος, προστίθεται στην έκθεση, που επισημαίνει ότι αντιθέτως οι άνδρες κλαίνε όταν χαλάσει μια σχέση τους ή όταν συμπονούν κάποιον πολύ.
Οι γυναίκες, σύμφωνα με τη μελέτη της γερμανικής οφθαλμολογικής εταιρείας, κλαίνε 30-64 φορές ετησίως έναντι των ανδρών που κλαίνε 6 έως 17 φορές το ίδιο χρονικό διάστημα, μια διαφορά που εμφανίζεται μόνο τους ενήλικες, αφού έως τα 13 χρόνια τους τα κορίτσια και τα αγόρια κλαίνε περίπου το ίδιο.
Μετά από την ηλικία αυτή, των 13 χρόνων, οι άνδρες αρχίζουν να κλαίνε λιγότερο, περιστασιακά και με λιγότερη ένταση απ΄οτι οι γυναίκες, σύμφωνα με τη μελέτη, που συνταιριάζει πολλές παρεμφερείς επιστημονικές μελέτες για το φαινόμενο αυτό.
Στη μελέτη αναφέρεται ότι το κλάμα των ανδρών δεν διαρκεί περισσότερο από 2-3 λεπτά, ενώ των γυναικών υπερβαίνει τα έξι λεπτά.
Σημειώνεται μάλιστα ότι το κλάμα των γυναικών καταλήγει σε λυγμούς στις 65% των περιπτώσεων ενώ στους άνδρες καταλήγει σε λυγμούς μόνο σε ποσοστό 6%.
"Το γυναικείο κλάμα διαρκεί πολύ, έχει ένα χαρακτήρα πιο δραματικό και σκίζει την καρδιά", ανέφερε η καθηγήτρια Οφθαλμολογίας στο Πανεπιστήμιο Λούντφιχ-Μαξιμίλιαν του Μονάχου, Ελίζαμπεθ Μέσμερ.
Οι γυναίκες βάζουν τα κλάματα συχνά όταν δεν αισθάνονται πολύ καλά και "ανεβασμένες", όταν αντιμετωπίζουν δυσκολίες που δεν μπορούν να λύσουν εύκολα ή όταν θυμούνται γεγονότα του παρελθόντος, προστίθεται στην έκθεση, που επισημαίνει ότι αντιθέτως οι άνδρες κλαίνε όταν χαλάσει μια σχέση τους ή όταν συμπονούν κάποιον πολύ.
Oct 9, 2009
Στο 1/4 του πληθυσμού της Γης υπολογίζονται οι μουσουλμάνοι
Οι μουσουλμάνοι αποτελούν το 1/4 του παγκόσμιου πληθυσμού και αριθμούν 1,6 δισεκατομμύρια, σύμφωνα με έρευνα που διεξήχθη σε περισσότερες από 200 χώρες από τις οργανώσεις-δεξαμενές σκέψεις Pew Forum on Religion και Public Life.
Οι δεξαμενές σκέψεις που εδρεύουν στην Ουάσινγκτον ανακάλυψαν ότι το 60% των μουσουλμάνων του Κόσμου ζουν στην Ασία και το 20% εξ' αυτών στη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Περίπου το 87% έως το 90% είναι σουνίτες και το 10% έως το 13% είναι σιίτες.
Η μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα μουσουλμάνων κατοικεί στην Ινδονησία 202,9 εκατομμύρια, στο Πακιστάν 174 εκατομμύρια και στην Ινδία 160,9 εκατομμύρια.
Περίπου το 80% διαβιούν σε χώρες όπου αποτελούν την πλειοψηφία αλλά τα 317 εκατομμύρια είναι μέλη θρησκευτικών μειονοτήτων στις πατρίδες τους. Χώρες με μεγάλες μουσουλμανικές μειονότητες είναι η Ινδία, η Αιθιοπία και η Κίνα. Η Ρωσία με 16,4 εκατομμύρια και η Γερμανία με 4 εκατομμύρια είναι οι χώρες εκτός Ασίας και Αφρικής που συμπληρώνουν τον κατάλογο των 10 χωρών με τους μεγαλύτερους μουσουλμανικούς πληθυσμούς.
Πρόκειται για την πρώτη δημογραφική ανάλυση του είδους και χρησιμοποιήθηκαν 1.500 πηγές, μεταξύ των οποίων απογραφικά δελτία και άλλα πληθυσμιακά στοιχεία από 232 χώρες.
Οι δεξαμενές σκέψεις που εδρεύουν στην Ουάσινγκτον ανακάλυψαν ότι το 60% των μουσουλμάνων του Κόσμου ζουν στην Ασία και το 20% εξ' αυτών στη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Περίπου το 87% έως το 90% είναι σουνίτες και το 10% έως το 13% είναι σιίτες.
Η μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα μουσουλμάνων κατοικεί στην Ινδονησία 202,9 εκατομμύρια, στο Πακιστάν 174 εκατομμύρια και στην Ινδία 160,9 εκατομμύρια.
Περίπου το 80% διαβιούν σε χώρες όπου αποτελούν την πλειοψηφία αλλά τα 317 εκατομμύρια είναι μέλη θρησκευτικών μειονοτήτων στις πατρίδες τους. Χώρες με μεγάλες μουσουλμανικές μειονότητες είναι η Ινδία, η Αιθιοπία και η Κίνα. Η Ρωσία με 16,4 εκατομμύρια και η Γερμανία με 4 εκατομμύρια είναι οι χώρες εκτός Ασίας και Αφρικής που συμπληρώνουν τον κατάλογο των 10 χωρών με τους μεγαλύτερους μουσουλμανικούς πληθυσμούς.
Πρόκειται για την πρώτη δημογραφική ανάλυση του είδους και χρησιμοποιήθηκαν 1.500 πηγές, μεταξύ των οποίων απογραφικά δελτία και άλλα πληθυσμιακά στοιχεία από 232 χώρες.
Subscribe to:
Posts (Atom)