Feb 2, 2009

Οι υπερβατικές πνευματικές εμπειρίες έχουν κοινή νευροψυχολογική βάση

Η υπέρβαση του εαυτού, θεμέλιο όλων των μεγάλων θρησκειών, έχει μια κοινή νευροψυχολογική βάση, σύμφωνα με νέα έρευνα του καθηγητή ψυχολογίας του πανεπιστημίου Μιζούρι των ΗΠΑ Μπρικ Τζονστόουν, ο οποίος διαπίστωσε ότι οι πνευματικές εμπειρίες του ανθρώπου, οι οποίες πηγάζουν από την υπέρβαση του εγώ, σχετίζονται με μειωμένη δραστηριότητα στο δεξιό βρεγματικό λοβό του εγκεφάλου.

Οι έρευνες των επιστημόνων, που αυξάνονται τελευταία και προτείνουν ότι όλες οι πνευματικές εμπειρίες βασίζονται τελικά στον εγκέφαλο, αποτελούν ένα επίμαχο τομέα. Η νέα μελέτη υποστηρίζει ένα ακόμα νευροψυχολογικό μοντέλο για την πνευματικότητα και είναι μια από τις πρώτες που χρησιμοποίησε άτομα με εγκεφαλικές βλάβες για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της.

Η νέα έρευνα, μαζί με άλλες που έχουν προηγηθεί πρόσφατα (π.χ. σε διαλογιζόμενους βουδιστές ή σε καθολικές μοναχές), υποστηρίζει ότι όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως πολιτισμικού υποβάθρου ή θρησκευτικών πιστεύω, βιώνουν στον εγκέφαλό τους τις ίδιες νευροψυχολογικές λειτουργίες στη διάρκεια των πνευματικών εμπειριών τους, όπως είναι οι υπερβατικές καταστάσεις, τα αισθήματα ενότητας με όλο τον κόσμο και υπέρβασης του ατομικού εαυτού τους. Ο διαλογισμός και η προσευχή είναι οι κατ' εξοχήν μέθοδοι που επιτυγχάνονται, σε όλες τις θρησκείες, αυτές οι εμπειρίες υπέρβασης του εαυτού και ένωσης με τον Θεό ή το σύμπαν (ανάλογα με τις ιδιαίτερες πεποιθήσεις του καθενός).

"Ο εγκέφαλος λειτουργεί με ένα συγκεκριμένο τρόπο στη διάρκεια των πνευματικών εμπειριών", δήλωσε ο Τζονστόουν, που πρόσθεσε ότι τα άτομα με εγκεφαλική βλάβη στο δεξιό βρεγματικό λοβό ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα πνευματικών και υπερβατικών εμπειριών. Όπως είπε, αυτό σημαίνει ότι η υπέρβαση του εγωκεντρισμού μπορεί να προκληθεί και τελικά να εκμαθηθεί μέσω της μειωμένης δραστηριότητας σε αυτή την περιοχή του εγκεφάλου - για παράδειγμα, με προσευχή ή διαλογισμό. Οι άνθρωποι με αυτές τις εμπειρίες υπέρβασης του εγωκεντρισμού τους είναι επίσης πιο υγιείς ψυχολογικά, ειδικά αν πιστεύουν ότι υπάρχει ένας Θεός ή μια ανώτερη δύναμη που τους αγαπά, πρόσθεσε ο Τζονστόουν.

"Η ικανότητα να συνδέεται κανείς με πράγματα πέρα από τον εαυτό του, όπως συμβαίνει στις υπερβατικές εμπειρίες, φαίνεται να συμβαίνει στους ανθρώπους που ελαχιστοποιούν τη δραστηριότητα του δεξιού βρεγματικού λοβού", είπε ο Τοζνστόουν. "Αυτή η ικανότητα μπορεί να αποκτηθεί με πρακτικές όπως ο διαλογισμός και η προσευχή ή εξαιτίας εγκεφαλικής βλάβης που προκαλεί τη φθορά του δεξιού βρεγματικού λοβού. Και στις δύο περιπτώσεις, η έρευνα δείχνει ότι η υπέρβαση του εαυτού είναι το νευροψυχολογικό θεμέλιο των πνευματικών εμπειριών".

Όπως φρόντισε να σημειώσει ο Τζονστόουν, η έρευνά του, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Zygon", "με κανένα τρόπο δεν ελαχιστοποιεί τη σημασία της θρησκείας ή των προσωπικών πεποιθήσεων, ούτε υποδηλοί ότι η πνευματική εμπειρία σχετίζεται μόνο με τη νευροψυχολογική δραστηριότητα στον εγκέφαλο". Όπως είπε, "τα άτομα έχουν την εμπειρία του Θεού τους ή της ανώτερης δύναμης με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, όμως όλοι οι άνθρωποι όλων των θρησκειών και πεποιθήσεων εμφανίζονται να βιώνουν (σ.σ. εγκεφαλικά) αυτές τις εμπειρίες με παρόμοιο τρόπο".

Δεν υπάρχει γενετικό πρόβλημα στο γάμο ανάμεσα σε πρώτα ξαδέλφια, σύμφωνα με επιστήμονες

Οι νόμοι που απαγορεύουν το γάμο ανάμεσα σε πρώτα ξαδέλφια (σε όσες χώρες υπάρχουν), καθώς και οι φοβίες και τα ταμπού που οδηγούν σε αποφυγή του στις υπόλοιπες χώρες, βασίζονται σε ξεπερασμένες αντιλήψεις για τον υποτιθέμενο υψηλό γενετικό κίνδυνο των παιδιών τους και πρέπει πλέον να εκλείψουν, σύμφωνα με δύο επιστήμονες, που δημοσίευσαν σχετική ανάλυση στο αμερικανικό βιολογικό περιοδικό "PLoS Biology", όπως αναφέρουν δημοσιεύματα του Scientific American και της βρετανικής εφημερίδας Independent.

Ο Χάμις Σπένσερ, καθηγητής Ζωολογίας στο πανεπιστήμιο του Οτάγκο της Ν.Ζηλανδίας, και η Νταϊάν Πολ, ερευνήτρια στο Μουσείο Συγκριτικής Ζωολογίας του Χάρβαρντ και καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης, υποστηρίζουν ότι ούτε τα επιστημονικά ούτε τα κοινωνικά επιχειρήματα μπορούν να δικαιολογήσουν την απαγόρευση γάμων μεταξύ πρώτων ξαδέλφων. Επισημαίνουν ότι ο κίνδυνος γενετικής ανωμαλίας για τα παιδιά από ένα τέτοιο γάμο είναι πολύ μικρότερος από αυτόν που γενικά ο κόσμος νομίζει και όχι μεγαλύτερος από τον κίνδυνο που έχουν οι γυναίκες άνω των 40 ετών όταν κάνουν παιδιά (τις οποίες όμως, όπως υπογραμμίζουν οι δύο επιστήμονες, κανείς δεν έχει διανοηθεί να τις εμποδίσει να γεννήσουν).

Κατά μέσο όρο, τα πρώτα ξαδέλφια έχουν κοινό περίπου το ένα όγδοο (12,5%) των γονιδίων τους και γι΄ αυτό το λόγο, σύμφωνα με έρευνα στο περιοδικό "Journal of Genetic Counseling", έχουν ελαφρώς αυξημένη πιθανότητα (1,7 - 2,8%), σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό, για την εμφάνιση στα παιδιά τους νοητικής καθυστέρησης ή άλλων γενετικών ανωμαλιών, όμως αυτός ο κίνδυνος, σύμφωνα με τον υπεύθυνο της έρευνας γενετιστή Ρόμπιν Μπένετ, "είναι συγκρίσιμος με αυτόν που έχει μια 40χρονη γυναίκα όταν γεννά".

Οι περισσότερες πολιτείες των ΗΠΑ απαγορεύουν τελείως το γάμο μεταξύ πρώτων ξαδέλφων (ή θέτουν αυστηρές προϋποθέσεις γενετικών ελέγχων), όπως επίσης τον απαγορεύουν η Κίνα, η Ταϊβάν, η Β. και Ν.Κορέα κ.α. Στη Βρετανία, πρόσφατα το θέμα ήρθε στην επιφάνεια, όταν ο βουλευτής Φιλ Γούλας, τώρα αρμόδιος υπουργός για τη μετανάστευση, ισχυρίστηκε ότι οι γάμοι αυτού του είδους σε κοινότητες μεταναστών από την Ασία οδηγούν σε ολοένα αυξανόμενες γεννήσεις παιδιών με προβλήματα υγείας.

Οι γάμοι μεταξύ πρώτων ξαδέλφων ήσαν κάποτε αρκετά συνηθισμένοι στην Ευρώπη, ειδικά ανάμεσα σε μέλη της ελίτ, αν και προς το τέλος του 19ου αιώνα η κατάσταση άρχισε να αλλάζει και ένα "στίγμα" περιέβαλε πλέον αυτούς τους γάμους. Ανάμεσα στους διάσημους, ο "πατέρας" της θεωρίας της εξέλιξης Κάρολος Δαρβίνος παντρεύτηκε την πρώτη ξαδέλφη του Έμμα Γουέτζγουντ, όπως έκανε και ο Αλβέρτος Αϊνστάιν με την πρώτη του ξαδέλφη Έλσα. Επίσης τις ξαδέλφες τους παντρεύτηκαν ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, ο Έντγκαρ 'Αλαν Πόε, ο Χ.Τζ.Γουέλς κ.α.

Οι οργασμοί μιας γυναίκας εξαρτώνται και από το... πορτοφόλι του άνδρα!

Τελικά, πάντα ανακαλύπτεται ένας ακόμα λόγος για να γίνει κανείς πλούσιος. Επιστήμονες του βρετανικού πανεπιστημίου του Νιόυκασλ υποστηρίζουν, σε νέα τους έρευνα, ότι η ευχαρίστηση που οι γυναίκες παίρνουν όταν κάνουν έρωτα, συνδέεται και με το μέγεθος του τραπεζικού λογαριασμού του συντρόφου τους! Όσο πλουσιότερος ο σύντροφος, τόσο συχνότερα η γυναίκα έχει οργασμό.

"Η συχνότητα του οργασμού μιας γυναίκας αυξάνει ανάλογα με το εισόδημα του συντρόφου της", δήλωσε ο ψυχολόγος δρ Τόμας Πόλετ, υπεύθυνος της έρευνας, σύμφωνα με τους Times του Λονδίνου. Πιστεύει ότι το φαινόμενο αποτελεί "εξελικτική προσαρμογή" βαθειά χαραγμένη στο γυναικείο εγκέφαλο, η οποία καθοδηγεί τις γυναίκες να επιλέγουν πλούσιους. Η μελέτη αναμένεται να προκαλέσει αντιδράσεις, αν μη τι άλλο επειδή παρουσιάζει τις γυναίκες να είναι εγγενώς "προγραμματισμένες" να κυνηγούν?το παχύ πορτοφόλι.

Παρόλα αυτά, η έρευνα ανήκει στο συνεχώς διογκούμενο ευρύτερο ρεύμα της εξελικτικής ψυχολογίας, που υποστηρίζει ότι τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες έχουν γενετική προδιάθεση να "εκμεταλλεύονται" ο ένας τον άλλο προκειμένου να αξιοποιήσουν τις καλύτερες δυνατές ευκαιρίες για επιβίωση των γονιδίων τους.

Ο γυναικείος οργασμός αποτελεί αντικείμενο πολλών ερευνών, καθώς δεν φαίνεται να έχει κάποια αναπαραγωγική χρησιμότητα, από βιολογική σκοπιά, αφού οι γυναίκες μένουν έγκυες ανεξάρτητα από το πόση ηδονή νιώθουν κατά τη σεξουαλική επαφή. Όμως ο Πόλετ και ο συνεργάτης του καθηγητής Ντάνιελ Νετλ πιστεύουν ότι ο γυναικείος οργασμός αποτελεί εξελικτική προσαρμογή, που καθοδηγεί τις γυναίκες να επιλέγουν και να κρατούν συντρόφους υψηλής ποιότητας.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, το χρήμα είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες για το πόσο συχνά έχει οργασμό μια γυναίκα. Σύμφωνα με τον Πόλετ, "η αύξηση του εισοδήματος του συντρόφου έχει άκρως θετική επίδραση στην συχνότητα οργασμού που αναφέρουν οι γυναίκες. Οι πιο επιθυμητοί (σ.σ. δηλαδή πιο πλούσιοι) άνδρες κάνουν τις γυναίκες να βιώνουν περισσότερους οργασμούς".

Προηγούμενες έρευνες στη Γερμανία και τις ΗΠΑ είχαν δείξει ότι άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τη συχνότητα του οργασμού, είναι η σωματική συμμετρία και η ελκυστικότητα του συντρόφου, αλλά οι βρετανοί ψυχολόγοι επιμένουν ότι το χρήμα είναι ακόμα σημαντικότερος παράγων. Τελικά, σε αυτή τη ζωή, φαίνεται πως οι φτωχοί δεν μπορούν να ελπίζουν ούτε στον έρωτα!

Ανακαλύφθηκε νευρωνικό αποτύπωμα νοοτροπίας "κοπαδιού"

Μια νέα ολλανδική επιστημονική έρευνα αποκάλυψε την εγκεφαλική δραστηριότητα που αποτυπώνει την τάση των ανθρώπων να "ακολουθούν το πλήθος". Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό νευροεπιστήμης "Neuron", παρέχει ενδιαφέροντα στοιχεία σχετικά με το πώς η συμπεριφορά ενός ατόμου καθοδηγείται από τη συμπεριφορά των γύρω του.

Πολλές μελέτες έχουν δείξει τη σημαντική επίδραση της κοινής γνώμης στην ατομική συμπεριφορά και κρίση, καθώς όλοι λίγο-πολύ τείνουμε να λαμβάνουμε υπόψη τη συμπεριφορά των άλλων και να "καθοδηγούμαστε" ως προς το ποια θεωρείται αναμενόμενη και επιτρεπτή συμπεριφορά και ποια όχι. Έτσι, οι άνθρωποι συχνά αλλάζουν τις αντιλήψεις και τις αποφάσεις τους μόνο και μόνο για να συμμορφωθούν με τη συμπεριφορά της ομάδας όπου ανήκουν.

Τώρα, για πρώτη φορά, ερευνητές του ολλανδικού Κέντρου Γνωσιακής Νευροαπεικόνισης F.C.Donders, με επικεφαλής τον δρα Βασίλι Κλουτσάρεφ, μελέτησαν τους νευρωνικούς μηχανισμούς της κοινωνικής συμμόρφωσης. Χρησιμοποιώντας τομογραφία μαγνητικού συντονισμού σε ομάδα εθελοντών, ανακάλυψαν ότι μια σύγκρουση αντιλήψεων με την κοινή γνώμη (τις αντιλήψεις της ομάδας) πυροδοτεί μια συγκεκριμένη δραστηριότητα στον εγκέφαλο και μια ανάλογη εγκεφαλική προσαρμογή-συμμόρφωση από την πλευρά του ατόμου.

Η έρευνα ερμηνεύει, με όρους νευρωνικής δραστηριότητας, γιατί οι άνθρωποι, συχνά με αυτόματο τρόπο, προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους σε αυτήν της πλειοψηφίας, όταν ο εγκέφαλός τους λάβει το μήνυμα "λάθους" από τους γύρω. Ο εγκέφαλος συνεχώς αγρυπνεί για το πιο "θεμελιώδες κοινωνικό λάθος", που, κατά τους ερευνητές, δεν είναι παρά το να είναι κανείς πολύ διαφορετικός από τους άλλους.

Ο εγκέφαλος, σύμφωνα με τους επιστήμονες, "επανεκπαιδεύει" τον εαυτό του, όταν αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται σε σύγκρουση με τους άλλους, μια διαδικασία που μπορεί να ερμηνεύσει ποικίλα φαινόμενα, όπως γιατί οι άνθρωποι ακολουθούν τις τάσεις της μόδας ή αποδέχονται ακραία πολιτικά κινήματα όπως ο ναζισμός.

Γιατί η πρώτη αγάπη δυσκολεύει τις επόμενες

Πάθος, ρομαντισμός και ποιήματα χαρακτηρίζουν συνήθως την πρώτη αγάπη. Όμως οι επιστήμονες έρχονται τώρα να επιβεβαιώσουν αυτό που πολλοί άνθρωποι εμπειρικά ήδη ξέρουν: αν θέλει κανείς να ευτυχήσει στην κατοπινή ζωή, καλύτερα ίσως να μην είχε υπάρξει η πρώτη αγάπη. "Σε ένα ιδανικό κόσμο, θα ξυπνάγαμε κατευθείαν στη δεύτερη σχέση", όπως το έθεσε παραστατικά ο δρ Μάλκολμ Μπρίνιν, επικεφαλής ερευνητής στο Ινστιτούτο Κοινωνικών και Οικονομικών Ερευνών του πανεπιστημίου του Έσεξ.

Οι σχετικές διαπιστώσεις (σε πιο επιστημονικό ύφος!) των ερευνητών περιλαμβάνονται στη συλλογή ερευνητικών μελετών κορυφαίων βρετανών επιστημόνων με τίτλο "Μεταβαλλόμενες Σχέσεις", την επιμέλεια της οποίας είχε ο Μπρίνιν. Το βασικό συμπέρασμα: η συναισθηματική ευφορία της πρώτης αγάπης μπορεί να κάνει σημαντική ζημιά στις επόμενες σχέσεις. "Τελικά, φαίνεται πως το μυστικό για τη μακρόχρονη ευτυχία σε μια σχέση είναι να έχει 'παραλείψει' κανείς την πρώτη σχέση", δήλωσε ο Μπρίνιν, σύμφωνα με τον Observer.

Η έντονη πρώτη αγάπη συχνά θέτει μη ρεαλιστικά "στάνταρντ" με βάση τα οποία οι άνθρωποι τείνουν να κρίνουν -και να κατακρίνουν- τις επόμενες σχέσεις τους, θεωρώντας τες συχνά ως βαρετές, αν όχι μια σκέτη απογοήτευση. Αντίθετα, σύμφωνα με τους βρετανούς ερευνητές, το κλειδί της ευτυχίας είναι να έχει κανείς μια πραγματιστική αντίληψη για το θέλει από μια σχέση και να μην προσπαθεί, συνειδητά ή ασυνείδητα, να ξαναζήσει την συγκίνηση και την ένταση της "πρώτης φοράς", όπως είπε ο Μπρίνιν.

Σύμφωνα με τη δρα Γκάιλ Μπρούερ, κοινωνική ψυχολόγο του πανεπιστημίου του Κεντρικού Λανκασάιρ, οι σχέσεις μεταξύ ενηλίκων χρειάζονται όλων των ειδών τις αρετές για να επιβιώσουν, όπως την αξιοπιστία και την αυτοδέσμευση, αλλά δύσκολα είναι συμβατές με την ένταση της πρώτης αγάπης.

Από την άλλη όμως, υπάρχει ο αντίλογος. Η καθηγήτρια ανθρωπολογίας Έλεν Φίσερ του πανεπιστημίου Rutgers (στα ελληνικά έχει μεταφραστεί το βιβλίο της "Γιατί αγαπάμε;") πιστεύει ότι το να προσπαθεί κανείς να ανακαλέσει και να ξαναζήσει το αρχικό πάθος μιας σχέσης, συμβάλλει στη μακροημέρευση της σχέσης. Χρησιμοποιώντας μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου, διαπίστωσε ότι η εγκεφαλική δραστηριότητα στα ζευγάρια που έχουν ένα ευτυχισμένο γάμο για πάνω από δύο δεκαετίες, είναι παρόμοια με την εγκεφαλική δραστηριότητα όσων έχουν σχέσης πάθους διάρκειας κάτω των έξι μηνών.

Σύμφωνα με τη Φίσερ, "έχουν πλέον βρεθεί αναμφισβήτητα φυσιολογικά στοιχεία που δείχνουν ότι η ρομαντική αγάπη μπορεί να διαρκέσει. Φαίνεται πως η ρομαντική αγάπη δεν υπάρχει μόνο (σ.σ. από βιολογική-εξελικτική άποψη) για να ενθαρρύνει το ξεκίνημα της δημιουργίας ενός ζευγαριού, αλλά και για να διατηρεί επίσης και να βελτιώνει τις μακρόχρονες σχέσεις".

Καφενείο Επιστήμης: Ένας νέος θεσμός στην Ελλάδα

Ένας νέος θεσμός ξεκινά και στη χώρα μας, το "Καφενείο της Επιστήμης". Η ιδέα του Καφενείου της Επιστήμης (Cafe Scientifique) ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του '90 στη Γαλλία και τη Βρετανία και από τότε έχει επεκταθεί σε όλη την Ευρώπη (βλ. www.cafescientifique.org).

Το Καφενείο της Επιστήμης είναι ένα μέρος που ο οποιοσδήποτε μπορεί να πιει ένα καφέ ή ένα ποτήρι κρασί, συζητώντας για τα νεότερα επιστημονικά και τεχνολογικά θέματα σε ένα φιλικό και ευχάριστο περιβάλλον. Το Καφενείο της Επιστήμης έχει ως σκοπό να ανοίξει ένα διάλογο ανάμεσα στο κοινό και τους επιστήμονες. Ο διάλογος αυτός θα λειτουργεί αμφίδρομα, γεφυρώνοντας το χάσμα επικοινωνίας που υπάρχει ανάμεσα στην επιστημονική κοινότητα και το ευρύ κοινό.

Το πνεύμα των Καφενείων της Επιστήμης είναι να κάνει την επιστήμη προσιτή σε όλους, να προσελκύσει ένα καινούργιο κοινό προς τις επιστήμες, να δώσει έμφαση στην αναζήτηση και στην επιστημονική περιέργεια, να λειτουργήσει καταλυτικά ως μια ευκαιρία ανανέωσης του θετικού λόγου περί επιστημών και να θέσει την επιστημονική σκέψη ως εισαγωγή στον κριτικό λόγο.

Για το κοινό θα είναι μια ευκαιρία να γνωρίσουν από κοντά τους επιστήμονες και να προσεγγίσουν επιστημονικά και τεχνολογικά θέματα, ενώ οι επιστήμονες θα βρουν την ευκαιρία να επικοινωνήσουν την εργασία τους και να αφουγκραστούν τις ιδέες, τους φόβους, τις απορίες και τις ελπίδες, που έχει το ευρύ κοινό για την επιστήμη.

Η πρώτη εκδήλωση ξεκινά με θέμα τη βιολογία, τη συμπεριφορά και το μέλλον του άνδρα, την Πέμπτη 5 Μαρτίου. Το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ και οι Εκδόσεις ΑΒΓΟ, με την αφορμή της κυκλοφορίας του βιβλίου "Η καταγωγή του άνδρα" του Βρετανού γενετιστή Στηβ Τζόουνς, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο University College του Λονδίνου, καθώς και του φετινού Έτους Δαρβίνου, εγκαινιάζουν (στις 9 το βράδυ) τις εκδηλώσεις του "Καφενείου της Επιστήμης" στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ (Σταδίου 24, Αθήνα).

Ο Δρ. Γιώργος Ζαρκαδάκης, μηχανικός αυτομάτων συστημάτων, συγγραφέας και διευθυντής των Εκδόσεων ΑΒΓΟ (www.zarkadakis.com), και ο Δρ. Θεόδωρος Αναγνωστόπουλος, μοριακός βιολόγος-γενετιστής, Πρόεδρος της ΜΚΟ "Επιστήμη Επικοινωνία - SciCo", θα μιλήσουν και θα συζητήσουν με το κοινό για τη βιολογία, τη συμπεριφορά και το μέλλον του άνδρα.

Τα γένια των ανδρών μεγαλώνουν γρηγορότερα όταν προσδοκούν να κάνουν σεξ. Το καλοκαίρι παράγονται λιγότερα σπερματοζωάρια. Τα αγόρια με περιτομή φοβούνται περισσότερο τις ενέσεις από τα αγόρια που δεν έχουν υποστεί την επέμβαση. Το μέσο μήκος του ανδρικού πέους είναι δεκαπέντε εκατοστά, ενώ της αρσενικής γαλάζιας φάλαινας είναι τρία μέτρα.

Αυτά είναι μερικά από τα δεδομένα για το αρσενικό φύλο που παρουσιάζει ο Στηβ Τζόουνς στο βιβλίο "Η καταγωγή του άνδρα", όπου εξερευνά την αρρενωπότητα βασισμένος στην εκρηκτική ανάπτυξη της σύγχρονης βιολογίας. Ξεκινώντας από το χρωμόσωμα Υ που καθορίζει το άρρεν, ο Τζόουνς παρουσιάζει όσα οι επιστήμονες γνωρίζουν για τις αρσενικές ορμόνες, την τριχόπτωση και τα "υδραυλικά" του αρσενικού οργάνου, τον φθίνοντα ρόλο των αρσενικών στη σημερινή κοινωνία, το λόγο που οι άντρες πεθαίνουν πιο νωρίς από τις γυναίκες, τα υπέρ και τα κατά του να είναι κανείς άνδρας κ.α.

Οι Εκδόσεις ΑΒΓΟ, σε συνεργασία με το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ, θα πραγματοποιήσουν άλλα έξι Καφενεία της Επιστήμης μέσα στο 2009, με αφορμή αντίστοιχες εκδόσεις. Συγκεκριμένα:

2/4: Πώς τα μαθηματικά εξηγούν τον κόσμο.

28/5: Η φυσική του ανέφικτου: Ταξίδια στο χρόνο, σ' άλλες διαστάσεις... κι άλλα πολλά.

11/6: Σεξ και επιστήμη: Ένα περίεργο ζευγάρωμα.

16/10: Δαρβίνος και εξέλιξη: Απλά μια θεωρία.

13/11: Πώς η μαγειρική καθόρισε την ανθρώπινη εξέλιξη.

18/12: Εγκέφαλος και θρησκευτική πίστη.

Data Mine: Sexual Strategy -The poker face and sexual goals, and the pros and cons of the office romance

By: PT Staff



Relationship goals are in your face.

It's hard to hold your cards close to your chest when they're reflected in your face. Research published in Evolution and Human Behavior reveals that people can predict your "sexual strategy"—how open you are to casual hookups—simply by viewing your headshot. "Although we know that observers are sensitive to subtle correlations between behavior and appearance," Lynda Boothroyd of Durham University in the UK says, "I was very surprised that people could pick up on sociosexuality so well."

In women's faces, one strong indicator of sexual strategy is attractiveness. The more beautiful they are, the more sexual opportunities they have, which may condition their sexual attitudes to be less restricted—a pattern people pick up on.

In men, the key visual clues remain a mystery. But one result is clear: Women prefer—for both long-term and short-term relationships—men who appear to avoid sex without love. Ben Jones of Aberdeen University in the UK says that, considering the possibility of conception, "it would be risky for a woman to pursue a relationship of any length with a man who is unwilling to commit."—Matthew Hutson

Relationships: Punching In and Hooking Up

What are the pros and cons of office romances?

* 33% would like the personal and professional convenience of sharing an office.
* 65% feel their coworkers would look down on an office romance.
* 90% are most worried about the awkwardness of a breakup.
* 17% have had an office romance.
* 42% would enjoy work more if they dated a colleague.
* 80% are concerned about office gossip.
* 47% want someone who understands their work issues.
* 15% of office romances end in engagements.


Psychology Today Magazine, Nov/Dec 2008
Last Reviewed 18 Dec 2008
Article ID: 4719

Too Much Communication As Bad As Not Enough

People communicate poorly and excessively when they exchange for the sake of communicating. This is the thesis of a new book, "Arrêter de communiquer: vous en faites trop!," co-authored by André-A. Lafrance, a communications professor at the Université de Montréal, and François Lambotte of the Université libre de Bruxelles.

Technology has greatly facilitated communication. But there's a hitch: the communication networks are often used simply because they are available and not to satisfy a need or to communicate a pertinent message. It is communication for the sake of communication. This observation applies to both technological tools and traditional ones such as group meetings.

"There is a lot of information but very little communication," says Lafrance. "Communication requires interaction between the communicator and the receiver, and the message must be tailored to the reaction of the other."

The book, written for communication students with an eye to the general public, has three premises. All communication aims to bring about change in the receiver: change in knowledge, attitudes or practices. All change comprises a risk to the person concerned: lack of expertise, an unreasonable amount of effort required or a questioning. The communicator must have more power than the receiver in order to convince him or her of any change.

Conference: The Evolution Of Human Aggression, Feb. 25-27

As scientists celebrate 2009 as the bicentennial of Charles Darwin's birth, experts in anthropology, biology, psychology and other fields will gather at the University of Utah Feb. 25-27 to debate how evolution has shaped human aggression and violence, from war to domestic abuse and homicide.

"What evolutionary forces underlie human violence, and how can we use this knowledge to promote a more peaceful society?" asks Elizabeth Cashdan, a conference organizer and professor and chair of anthropology at the University of Utah.

The conference - titled "The Evolution of Human Aggression: Lessons for Today's Conflicts" - is presented by the university's Barbara L. and Norman C. Tanner Center for Nonviolent Human Rights Advocacy.

It will be held at various locations - mostly at Fort Douglas on the University of Utah campus - from Wednesday evening, Feb. 25 through Friday afternoon, Feb. 27.

The public and news media are invited to attend the free conference.

Conference highlights include keynote lectures on the evolution of peacemaking among primates and the relationship between homicide and economic competition; panel discussions on conflict and reconciliation among great apes, violence and warfare, hormones and human aggression, and domestic violence; a scientific poster session; and a community forum on violence.

"This conference helps to bring science fully into the conversation about violence, conflict management and peacemaking," says communication Professor George Cheney, director of the Tanner Center for Nonviolent Human Rights Advocacy. "This gathering, which is the third in our annual series, will include provocative presentations, lively debate and a roundtable discussion of how current research might be used to reduce violence in our own and other communities."

200 Years after Darwin's Birth, Evolution has Lessons for Modern Conflicts

"Curbing human violence is one of the great challenges humanity faces in the 21st century," says David Carrier, a conference organizer and professor of biology at the University of Utah. "Many aspects of human aggression will be addressed at this conference: warfare, homicide, child abuse and domestic violence. We encourage public attendance because an increased understanding of the evolutionary basis of human aggression may help individuals prevent violence in their own lives and the lives of their friends and family members."

"Every adult on the planet has experienced anger," says Stephen Downes, a University of Utah philosophy professor and a conference organizer. "Some of us have committed violent acts against others out of anger. Why we feel this way and why some of us act in the way we do is a question that has consumed students of human nature for thousands of years."

"Evolutionary theory gives some of the most revealing insights into this issue," he adds. "Bringing together a group of the world's leading experts on evolution and aggression is an appropriate tribute to Darwin in this 'Darwin year'" - the 200th anniversary of Darwin's birth and 150th anniversary of his "On the Origin of Species."

While the modern view has grown more complex, Cashdan says that for decades, "there has been a lot of unproductive debate between people who argue that 'humans are naturally aggressive' and others who contend that 'humans are naturally peaceful.' There is plenty of evidence to support both claims: violence, reconciliation and cooperation are all part of human nature."

Cashdan adds: "We begin with the working assumption that natural selection has shaped human nature to be both violent and peaceful, and ask how evolutionary arguments can help us to understand the factors that lead to both violent and peaceful outcomes. This can help show which policy changes are likely to be successful, and where we can most usefully intervene to allow the better angels of our nature to prevail."

Discovery Of Brain's Memory 'Buffer' In Single Cells

Individual nerve cells in the front part of the brain can hold traces of memories on their own for as long as a minute and possibly longer, researchers at UT Southwestern Medical Center have found.

The study, available online and appearing in the February issue of Nature Neuroscience, is the first to identify the specific signal that establishes nonpermanent cellular memory and reveals how the brain holds temporary information. It has implications for addiction, attention disorders and stress-related memory loss, said Dr. Don Cooper, assistant professor of psychiatry at UT Southwestern and senior author of the study conducted in mice.

Researchers have known that permanent memories are stored when the excitatory amino acid glutamate activates ion channels on nerve cells in the brain to reorganize and strengthen the cells' connections with one another. But this process takes minutes to hours to turn on and off and is too slow to buffer, or temporarily hold, rapidly incoming information.

The researchers found that rapid-fire inputs less than a second long initiate a cellular memory process in single cells lasting as long as minute, a process called metabotropic glutamate transmission. This transmission in the most highly evolved brain region holds moment-to-moment information.

These cellular findings have implications for how the human brain stores rapidly changing information, like the temporary memory a card shark uses when counting cards in a game of Black Jack and, as casinos have figured out, it is the memory that is most sensitive to the disruptive effects of alcohol and noisy distractions, Dr. Cooper said.

"It's more like RAM [random access memory] on a computer than memory stored on a disk," Dr. Cooper said. "The memory on the disk is more permanent and you can go back and access the same information repeatedly. RAM memory is rewritable temporary storage that allows multitasking."

The researchers identified in mice a specific metabotropic glutamate receptor called mGluR5 that, when turned on, starts a signaling cascade using calcium to hold a memory trace. This fast, short-term memory process happens inside individual cells; with long-term memory, additional proteins cause slow reorganization between cells in a network to establish a permanent memory.

Researchers examined brain cells from mice using nanoscale electrodes to measure the memory formation process.

To further understand how this short-term memory process relates to addiction, researchers applied the neurochemical dopamine to the memory buffer nerve cells. Dopamine is normally needed at an optimal level for an individual to focus attention and engage in fast decision-making memory, but drugs of abuse overload the brain with a surge of dopamine. In the study, researchers found that an experimental drug that activates a specific type of dopamine receptor "focused" the nerve cells, making the memory trace less susceptible to distraction.

When researchers employed an animal model of drug addiction using cocaine, they also found that repeated exposure to addictive levels of cocaine reduced memory trace activation in the memory buffer cells. When researchers then activated dopamine signaling in the "addicted" animals, essentially adding more dopamine to their systems, no focusing effect was observed.

"This makes sense because we know from human and animal models of addiction, when a decision using working memory has to be made, brain imaging shows a deficit in the same area of the brain we looked at," Dr. Cooper said. "It all fits together."

Researchers next plan to identify the ion channel responsible for holding and regenerating a memory trace. Their goal is to develop new pharmacological and genetic tools that will allow them to manipulate and possibly expand decision-making memory capacity.

"If we can identify and manipulate the molecular components of memory, we can develop drugs that boost the ability to maintain this memory trace to hopefully allow a person to complete tasks without being distracted," Dr. Cooper said. "For the person addicted to drugs, we could strengthen this part of the brain involved with decision-making, allowing them to ignore impulses and weigh negative consequences of their behavior before they abuse drugs."

Other researchers from UT Southwestern involved in the study in Dr. Cooper's laboratory were Dr. Fang-Min Lu, assistant instructor of psychiatry; Melissa Fowler, a graduate student in psychiatry; Christopher Phillips, a medical student; and Emin Ozkan, student research assistant in physiology. Lead author Kyriaki Sidiropoulou from Rosalind Franklin University of Medicine and Science's Chicago Medical School and researchers from Ohio State University also participated in the study.

The study was funded by the National Institute on Drug Abuse; National Alliance for Research on Schizophrenia and Depression; the Alexander S. Onassis Public Benefit Foundation; and the Department of Veterans Affairs.

----------------------------
Article adapted by Medical News Today from original press release.